Ένα στοιχείο που φαίνεται να έχει προκύψει στην  εποχή της πολυσύνθετης «κρίσης» στην Ελλάδα είναι μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την πολιτική καθώς και την ανασύσταση παραταξιακών χώρων που την εκπροσωπούν. Σημαντική θέση σε αυτήν την αναζήτηση φαίνεται να κατέχει η λεγόμενη «κεντροαριστερά» της οποίας η «ανασυγκρότηση» θεωρείται σχεδόν ηθική υποχρέωση. Με εξαίρεση τον αμιγώς γεωγραφικό προσδιορισμό στον πολιτικό χάρτη που μπορεί να γίνει με σαφήνεια, όλη η άλλη διαδικασία φαίνεται να κυριαρχείται από ασάφεια και έντονο συναισθηματικό στοιχείο. Η ιδεολογία και ο ιδεαλισμός διαπλέκονται με τον δεύτερο να κυριαρχεί. Παράλληλα ο διάλογος εμπλουτίζεται από την ευήκοη λέξη «πρόοδος» η οποία αυτονόητα ταιριάζει ως πρόσημο της «αριστεράς» και υπαινίσσεται το μονοπώλιο της «προοδευτικής παράταξης».

 

Κατά τη γνώμη μου όλα αυτά είναι σωστά, αλλά ως παρενέργεια μόνον αφορούν την πολιτική.
Γενικά, αν κανείς αφεθεί ελεύθερος να παρακολουθήσει την διαδικασία χωρίς να εκλάβει ως κυριολεκτικό τον «πολιτικό» μανδύα, θα έχει την εντύπωση ότι ακούει κάτι άκρως αμφιθυμικό για ένα θέμα που άπτεται εσωτερικών ψυχολογικών ζητημάτων που βρίσκονται σε μία εργώδη διαπραγμάτευση. Η σύνθετη λέξη κέντρο-αριστερά ενώ θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι συνθετική, όταν εκφέρεται υπό «Ελληνικές» ψυχολογικές-πολιτικές συνθήκες ηχεί και κατά τη γνώμη μου είναι συγκρουσιακή. Ο όρος «κέντρο» πρεσβεύει τη τάση προς κάποιου είδους λογική και ο όρος «αριστερά» την τάση προ κάποιου είδους συναίσθημα ή «μη λογική», οι οποίες δεν μπορούν να ταιριάξουν. Ενστικτικές ώσεις που έχουν άλλη καταγωγή κολλούν σε ιδεολογικές ή πολιτικές λέξεις οι οποίες ηχούν συγχυτικά.
Στον αμιγώς ψυχολογικό αυτό λόγο που εμπεριέχεται στον πολιτικό, ό,τι θεωρείται ως δεδομένο (η προοδευτικότητα, η γονιμότητα των ιδεών, η ελευθερία των συναισθημάτων), είναι στην πραγματικότητα μόνον ένα δυνητικό δεδομένο. Είναι το επιδιωκόμενο που όμως παραμένει ασυνείδητο και αμφιθυμικό. Πρόκειται για μία εξελικτική ψυχολογική διαδικασία, που ταλαντεύεται ανάμεσα στην φαντασιακή αγνότητα και την ωριμότητα, ανάλογη με την ψυχοσεξουαλική διαδικασία ανάπτυξης σε κάθε μεμονωμένο άνθρωπο.
Η ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του ανθρώπου μέχρι την ωριμότητα, περνά από διάφορα στάδια ανάλογα με την σωματική περιοχή που έχει την κυρίαρχη λειτουργία ηδονικής ικανοποίησης μέχρι να φτάσει στην επικράτηση των γεννητικών οργάνων. Διάφορες φαντασιώσεις που σχετίζονται με τις περιοχές που επικεντρώνεται η ηδονή, αποτελούν την ψυχολογική κληρονομιά αυτών των «σωματικών» σταθμών. Η διαπλοκή αυτών των φαντασιώσεων αποτελεί την παρακαταθήκη με την οποία το κάθε άτομο συνθέτει την πραγματικότητά του. Το τέλος της διαδικασίας βρίσκει στην ιδανική περίπτωση τους ανθρώπους ανεξαρτήτως φύλου να τα «έχουν βρει» κατά το δυνατόν με τον ανδρισμό και τη θηλυκότητά τους. Ιδιαίτερα όμως η θηλυκότητα αποτελεί την μεγάλη πρόκληση, την «μαύρη ήπειρο» που έλεγε ο Φρόυντ καθώς ιδανικά η κατάκτησή της προϋποθέτει οδυνηρές ματαιώσεις. Κυρίως προϋποθέτει την εγκατάλειψη φαντασιώσεων ναρκισσιστικής επάρκειας. Προεξάρχουσα θέση μεταξύ άλλων κατέχει η φαντασίωση της παρθενίας δηλαδή της αμόλυντης και απρόσβλητης από τον εξωτερικό κόσμο εσωτερικής αγνότητας. Η φαντασίωση της παρθενίας, μπορεί να απομονώσει την γυναίκα σε ένα σύμπαν αυτάρεσκης αυτοτέλειας με συνοδό περιφρόνηση για την εξωτερική πραγματικότητα που την αντιπροσωπεύει ο άνδρας. Η «παρθένα» κατέχει την ηδονή της ηθικής στύσης την οποία δεν θέλει να χάσει ποτέ. Σε αυτή την ψυχολογική συνθήκη καλλιεργείται η απάθεια για την αναπαραγωγικότητα που περιλαμβάνει υποχρεωτικά τον άνδρα. Η γυναίκα που θα καθηλωθεί σε τέτοιες ακραίες ναρκισσιστικές φαντασίες θα νομίζει ψευδαισθητικά ότι κατέχει την ύψιστη αλήθεια και το δίκαιο το οποίο πολύ δύσκολα εγκαταλείπεται. Κάθε μορφή δημιουργικότητας που είναι στενά συνδεδεμένη με τη θηλυκότητα εξαφανίζεται. Ο θάνατος βρίσκει την παρθένα να έχει εξαντλητικά καταχραστεί την ύπαρξή της στο βωμό του ναρκισσισμού της.
Αντίθετα η θηλυκότητα, προϋποθέτει την αποδοχή της απώλειας της ναρκισσιστικής αυταρέσκειας. Η γυναίκα έτσι περνά στην αποδοχή του άλλου, στην «βρωμιά» θα λέγαμε της πραγματικότητας, στην συν-ουσία με τη ζωή που έχει απογοητεύσεις αλλά και τεράστια γοητεία. Αποζημιώνεται για αυτή την παραχώρηση από την γεννητικότητα. Είναι μια γεννητικότητα συμβολική, όπως άλλωστε οποιαδήποτε ιδιότητα του ανθρώπου. Οι ποιητές που αντιλαμβάνονται καλύτερα αυτές τις εσωτερικές κινήσεις, ταυτίζουν τη δημιουργία και την πρόοδο με τη θηλυκή ιδιότητα μέσα και στα δύο φύλα. Ο θάνατος βρίσκει τη θηλυκή γυναίκα να έχει κάνει χρήση της ύπαρξής της, στο βωμό της ζωής.
Επανερχόμενοι στο πολιτικό φαινομενολογικά επίπεδο, μπορούμε να δούμε την αντιστοιχία αυτών των ατομικών ενστικτικών κινήσεων να εξελίσσεται δυναμικά στο ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο.  Ένας παραταξιακός χώρος, η «κεντροαριστερά» που πραγματικά ιδεολογικά δικαιούται να αντιπροσωπεύει μεγάλο τμήμα των πολιτικών συνειδήσεων (όπως και η κεντροδεξιά ασφαλώς) φαίνεται να παλινδρομεί ανάμεσα στην παρθενία και την θηλυκότητα. Ο τόσο εργώδης διάλογος εκφράζει αυτήν την υποκείμενη σύγκρουση.
Από τη μία βρίσκεται η επιθυμία της παραμονής στην ακραία παθητικότητα μίας στείρας παρθενίας, η οποία όμως φαντασιακά δίδει ιδεολογική υπεροχή και ηθική ανωτερότητα. Παράλληλα η αποχή από την πραγματικότητα της «συνουσίας» με την κοινωνία διατηρεί αμόλυντη μια δυνατότητα ιδεαλιστικής προσέγγισης των ζητημάτων της. Το αντικείμενο της πολιτικής παρθενίας δεν είναι ποτέ η κοινωνία και τα προβλήματά της αλλά η διατήρηση μιας θρησκευτικού και εγωιστικού τύπου καλοσύνης.  Πρόκειται για μία ακραία συντηρητική κατάσταση στασιμότητας και ακινησίας που ψευδαισθητικά συγκαλύπτεται από τον υμένα της αγνότητας ως μάσκα προοδευτικότητας.
Από την άλλη βρίσκεται σε εξέλιξη η δυναμική της θηλυκότητας, που επιθυμεί να «συνουσιαστεί», να «λερωθεί» με την κοινωνία με τον κίνδυνο αλλά και την γοητευτική πρόκληση να δοκιμαστούν πραγματικά οι ιδέες της. Η Ελληνική «κεντροαριστερά» προσπαθεί να γίνει επιτέλους αληθινό θηλυκό με το δυναμισμό που χαρακτηρίζει τη γυναικεία φύση. Η προοδευτικότητα συνάδει με την τελευταία.
Ενώ λοιπόν επιφανειακά φαίνεται να επιχειρείται η ανασυγκρότηση μιας παράταξης κατά τη γνώμη μου γίνεται κάτι ευρύτερο και πολύ πιο δυναμικό από ψυχολογικής άποψης. Η πολιτική, με επικέντρωση στην «κεντροαριστερά», προσπαθεί να αλλάξει εποχή και να αποκτήσει σεξουαλικό πρόσημο μετά από μια περίοδο ισοπέδωσης δεκαετιών στο επίπεδο της αδιαφοροποίητης παρθενίας. Στην εποχή αυτή ευδοκίμησαν όλα τα εγωιστικά και συμφεροντολογικά ένστικτα που βέβαια έχουν μεγάλη ισχύ και στο παρόν. Επιχειρείται παράλληλα η μετάβαση από την ιδεαλιστική ιδεολογία στην συνουσιακή ιδεολογία, δηλαδή στην πραγματική διαφοροποιημένη πολιτική που δεν θα σχετίζεται αποκλειστικά με τον εαυτό της.

 

Σ

τη σύγκρουση αυτή όπου η παρθενία βρίσκεται από την πλευρά του θανάτου και της συντήρησης και η θηλυκότητα από την πλευρά της ζωής και της προόδου, οι δυνάμεις δεν είναι ίσες. Ο θάνατος είναι πολύ ισχυρός και στην Ελλάδα απέκτησε κομματικά ερείσμα


τα με μεγάλο πείσμα. Η ζωή όμως είναι και αυτή με τη σειρά της ιδιαιτέρως «ενοχλητική» και δεν αφήνει τον θάνατο να επιβάλει το νόμο του παρά μόνον αφού και η ίδια ικανοποιηθεί πλήρως. Από τον κανόνα αυτό δεν θα εξαιρεθεί ούτε η ανασυγκρότηση του πολιτικού μας συστήματος. Ας ελπίσουμε μόνον οι δυνάμεις της ζωής να είναι πολύ «ενοχλητικές» ώστε να καταστήσουν (εκ νέου;) την πολιτική δημιουργική και γοητευτική.

Leave a Comment