mitaras005

 

mitaras005Του συναδέλφου Σασιτη, Θεοδ.Στεφανόπουλου (Σ.Ι.Σ. 1966-1972)
«Το Παπάκι»

Το 1960, ήμουν παιδί. Στα δεκατέσσερα. Θα ’ταν δε θα ’ταν, πάνου-κάτου, δυο τα χρόνια που καβαλούσα το παλιοποδήλατο του πατέρα μου απ’ τη σέλα. Από την πρώτη του εξατάξιου Γυμνασίου. Μου το ’δινε για να πάω να μάθω πέντε «κολλυβογράμματα». Τις τρεις μέρες της βδομάδας είχαμε πρόγραμμα «απογευματινό». Βλέπεις μοιραζόμαστε το κίτρινο κτίριο και τα τρία στρατιωτικά τσίγκινα «τολ», με ένα δημοτικό σχολείο της κωμόπολης. Σχολνάγαμε γύρω στις οχτώ. Μαύρη νύχτα. Οχτώ και τα ατέλειωτα χιλιόμετρα για να γυρίσω στο σπίτι. Γκρίζα άσφαλτος εποχής. Με τις γνώριμες βαθιές λακκούβες.
Ερημιά. Χωρίς φώτα. Χωρίς διναμό και φανάρι. Χωρίς αριθμό.
Χωρίς ελπίδα…
Ήμουν αρκετά δασκαλεμένος πως να φυλάγομαι. Τα αυτοκίνητα τον καιρό εκείνο λιγοστά. Συνήθως φορτηγά. Μετρημένα στα πέντε δάχτυλα. Το γνώρισμα ένα. Τα φανάρια του! Ήταν χαμηλά, σαν τις άλλες κούρσες, αλλά πιο «κολλητά» το ’να με τ’ άλλο. Σαν του τρένου. Έσκιζαν το πηχτό σκοτάδι σαν την ρομφαία του Αρχάγγελου Γαβριήλ. Έβλεπες σαν την ημέρα, στα τριάντα μέτρα! Έτρεχε σαν δαιμονισμένο. Ξεπέρναγε, λένε, τα εξήντα χιλιόμετρα την ώρα! Σε δυο ώρες μπορούσες να φτάσεις μέχρι την Αθήνα. Τη νύχτα!
Η πρώτη απρόσμενη «συνάντηση» έγινε στη στροφή. Πέμπτη μεσημέρι. Φθινόπωρο. Τα τζιτζίκια είχαν σωπάσει από καιρό. Μόνη μουσική το «κρίτσι-κρίτσι» της ζάντας στο πιρούνι. Ήθελαν ρεγουλάρισμα μερικές αχτίνες. Που καιρός όμως για τέτοια! Σκεφτόμουνα τι δικαιολογία να πω στην «θρησκευτικού», άμα με σηκώσει για να πω το μάθημα. Το «είχαμε επισκέψεις» ή «ήταν η μάνα μου άρρωστη» δεν θα πέρναγε. Τι επισκέψεις και κουραφέξαλα στο χωριό! Πόσες φορές αρρώσταινα τη μάνα μου στο χρόνο! Έπρεπε να βρω κάτι πιο πιστευτό. Ήτανε πολύ στριμμένη! Και την είχαμε την πρώτη ώρα! Ίσως το, «χθες πέθανε η αδελφή μου, κυρία, και δεν πρόκανα να διαβάσω», να την συγκινούσε!
-Στοπ!
»Στοπ!
»Στοπ ρε!
»Κάνε στην άκρη και κατέβα!
»Στην άκρη!
Κόντεψα να κατουρηθώ απάνω μου! Παρέλυσα! Οι σφυγμοί σε τρελούς, άτακτους ρυθμούς. Στους εκατόν πενήντα. Οι κουρεμένες «γουλί» τρίχες, όρθωσαν το ανάστημα τους, κάτω από την «κουκουβάγια». Το αίμα κρύφτηκε όλο πίσω από τα μάγουλα και τ’ αυτιά. Προσπάθησα να το φρενάρω. Που τα φρένα; Τα πόδια δεν έφταναν κάτω καλά-καλά! Με άρπαξε ο ένας από τον ώμο και ο άλλος από τη σκάρα. Σαν ατσάλινες αρπάγες! Τους έσουρα κάνα δυο μέτρα…
-Απόπειρα «διαφυγής», Κυρ-Αρχιφύλαξ!
Ήσαν τρεις. Ο «Αρχιφύλαξ». Με το τσιγκελωτό μουστάκι και τις πολλές σαρδέλες στο μανίκι. Με βλοσυρό το πρόσωπο. Λες και του έχεις σφάξει τη μάνα! Οι δυο Χωροφύλακες. Με ψαλιδισμένα μουστακάκια. Από δυο σαρδέλες ο καθένας. Με βρόμικο άσπρο κορδόνι στη μασχάλη. Να με κρατάνε με τα χέρια πισθάγκωνα. Ο πόνος των καρπών να φέρνει δάκρυα στα μάτια. Γονάτισα. Να τον κοιτάζουν σαν τα δαρμένα σκυλιά τον αφέντη τους. Πιο κει, κρυμμένο μέσα στα δένδρα, το μισητό τζιπάκι. Το τζιπάκι της Τροχαίας! Με τα σβηστά θαμπά φανάρια του να με κοιτάζουν αλαζονικά.
«Αν μπορούσα να το κάνω βίδες!»
«Καλά να τα πάθω, αφού σκέφτηκα να πεθάνω την αδελφούλα μου!»
Ο «Αρχιφύλαξ» άναψε το τσιγάρο με το πρώτο σπίρτο και κοίταζε την βουνοκορφή. Ο ένας χωροφύλακας μου άφησε τον αριστερό καρπό και το μπράτσο. Πήγε στο τζιπ και γύρισε με το τεφτέρι. Προσπάθησα να σφουγγίσω με την ανάποδη τα δάκρυα.
-Ονομάζεσαι…
-Ασημάκης. Ασημάκης Εφύρας.
-Του…
-Αριστομένους.
-Της…
-Ευαγγελίας.
-Ετών…
-Δέκα τρία μισό.
-Δέκα τέσσερα! Αριθμός…
-Τι αριθμός;
-Το μάγκα κάνεις; Εκεί που χέσανε ρε οι μάγκες, φύτρωσες εσύ; Λέγε αριθμό ρε κωλόπαιδο!
-Δεν καταλαβαίνω. Ποιον αριθμό;
-Άρπα την να καταλάβεις! Χαμένο!
Μετά τις δυο τρεις σβουριχτές σφαλιάρες και τα απαραίτητα συνοδά «κοσμητικά επίθετα», που ντρέπομαι ν’ αναφέρω, μου γρύλισε κάτι για τον αριθμό του ποδηλάτου. Τον αριθμό της «Άδειας Κυκλοφορίας». Ποιας Άδειας; Χρειάζεσαι «Άδεια κυκλοφορίας» για να πάρεις το παλιοποδήλατο που είχαν εγκαταλείψει χαλασμένο οι Γερμανοί; Να το επισκευάσεις με χίλιες δυο στερήσεις; Να του βάλεις λάστιχα και σαμπρέλες; Για να πηγαίνεις στο σχολείο; Οχτώ χιλιόμετρα το κοντινότερο! Για να ξεστραβωθείς! Θες και άδεια; Και από ποιους; Ποιοι είναι αυτοί; Δεν ζούμε στην Ελλάδα; Την χώρα της Ελευθερίας; Αν δεν υπήρχαν τα ποδήλατα και πήγαινα με τα πόδια τι θα ζήταγαν; «Άδεια περιπάτου;»
Η ζωή μου άλλαξε από τότε. Το καθημερινό πήγαινε-έλα στο Γυμνάσιο, έγινε εφιάλτης. Τις ατέλειωτες νύχτες που επέστρεφα, κοίταζα πίσω το δρόμο σε κάθε πεταλιά. Κόντεψα να το πάθω το ραιβόκρανο. Η παράνοια με συντροφεύει ακόμα. Πόσες και πόσες φορές δεν βούτηξα το ποδηλατάκι στην αγκαλιά και έτρεχα μέσα στους θάμνους να κρυφτώ! Ματωμένος και γδαρμένος απ’ τα ξερόκλαδα. Και τούτο επειδή ζούσα στην χώρα της Ελευθερίας! Που απ’ «τα ιερά κόκαλα βγαλμένη» κοίταγε να μας ρουφήξει το μεδούλι! Κάλλιο ραγιάδες στον Πασά, παρά με τούτους εδώ. Ξενόφερτοι βασιλιάδες και ξενόδουλοι βουλευτάδες βάλανε χαράτσι και στα ποδήλατα! Για να μάθουν γράμματα μόνο τα δικά τους παιδιά. Ή όσα ζούνε στην πόλη. Δίπλα στα σχολεία. Τα παιδιά των αστών και τον εμπόρων. Των τεμπέληδων! Να αποκλείσουν το δικαίωμα στη μόρφωση στους χωρικούς. Στους αγρότες. Στους δουλευταράδες!
-Δεν τους φτάνει που έχουν δικαίωμα ψήφου!
-Τι τα θέλουν αυτοί τα γράμματα;
-Θα ερημώσει η επαρχία!
-Πως θα ζήσει η Αθήνα;
-Τι θα γίνουν οι καλλιέργειες μας;
-Τα χωράφια μας;
-Η κτηνοτροφία;
-Που θα βρούμε εργάτες;
-Το δικαίωμα στις σπουδές, τα γράμματα και τους διορισμούς, πρέπει να το ’χουν μόνο οι Εθνικόφρονες! Που έκατσαν εδώ! Όχι αυτοί! Που λάκισαν στο βουνό!
-Άμα δεν τους αρέσει και τολμάνε, να ψηφίσουν το Κου-κου-έ τους!
-Να φύγουνε από δω!
-Να πάνε να ζήσουνε στο Παραπέτασμα!
-Να δούνε την γλύκα!
-Ε ρε Στάλιν που τους χρειάζεται!
Έτσι μεγαλώσαμε. Σαν φοιτητές παίζαμε τα παιχνίδια τους. Αποδείχτηκαν πιο μάγκες από ’μας. Είχανε δικό τους τον ξενόφερτο βασιλιά και την εξουσία. Δεν μπορέσαμε να συνεννοηθούμε να τους γκρεμίσουμε. Κάτι παρορμητικές κινήσεις μόνο. Κάψαμε και πέντε περιπολικά. Άντε και δυο πυροσβεστικά. Σπάσαμε και δέκα τζαμαρίες. Και τι έγινε; Πάλι εμείς τα πληρώσαμε! Ο μπαμπούλας σαν τον χαμαιλέοντα αλλάζει χρώματα. Αλλά δεν παύει να παραμένει μπαμπούλας. Αυτοί είμαστε οι απόγονοι των Ελλήνων! Να δεχόμαστε τις αποφάσεις του νέου Δράκοντα -«της Ελληνικής Βουλής»- και όχι «της Βουλής των Ελλήνων», όπως αυταρέσκονται να λένε και να διατυμπανίζουν, χωρίς να ανοίγει μύτη! Γιατί άλλο πράγμα σημαίνει, στα Ελληνικά, «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Ελλάδος» και άλλο πράγμα σημαίνει «ο Έλλην Πρόεδρος της Δημοκρατίας». Δεν είναι Έλληνες τούτοι μωρέ! Που είσαι ρε Κολοκοτρώνη; Αυτή την Ελευθερία μας έταξες; Αν είχες λίγο φιλότιμο δεν θα την έκανες την αποκοτιά!

Πρόσφατα, συνταξιούχος πια, περιδιαβαίνω στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας. Βλέπω στις έγχρωμες τηλεοράσεις και ακούω στα Εφ-Εμ-Στέρεο ραδιόφωνα, πως υπάρχει ακόμα μια ελεύθερη Ελληνική ζώνη. Κάπου σε μια γειτονιά της Αθήνας. Θέλω να βγάλω από μέσα μου την φοβία, που τόσα χρόνια μου ρίζωσαν στην ψυχή γι’ αυτούς. Τους είδα πάλι προχτές. Ήσαν καμιά πεντακοσαριά. Καβάλα σε μηχανές και «παπάκια». Με μαύρες σημαίες. Κάποια διαμαρτυρία κάνανε. Φιλήσυχα. Χωρίς ακρότητες. Παρατήρησα εκτός από τους νεαρούς, ήσαν και μεγαλύτεροι μαζί τους. Στην ηλικία μου.
Θέλω και γω να αγοράσω ένα «παπί»! Να πηγαίνω σιγά-σιγά. Κούτσα-κούτσα! Όπως τότε. Με το ποδήλατο. Ένα «πενηνταράκι» Χόντα. Μεταχειρισμένο. Πουλάνε έμαθα, στο Μοναστηράκι. Θέλω να πάω κοντά τους. Να ζήσω μαζί τους. Θέλω να είμαι ελεύθερος.
Χωρίς τους ξενέρωτους χωροφύλακες που τριγυρνάνε δυο-δυο στο Κολωνάκι.
«Για την ασφάλεια μας!»
Χωρίς τις κάμερες στις τράπεζες, τα σουπερμάρκετ, τις ταράτσες και τους κεντρικούς δρόμους.
«Για την ασφάλειά μας!»
Χωρίς μαυροφορεμένους «ζητάδες», «μπάτσους» με πολιτικά και «συμβατικούς» αριθμούς κυκλοφορίας.
«Για την ασφάλεια μας!»
Χωρίς βλοσυρούς και αμίλητους «κουκουλοφόρους» αντιτρομοκράτες. Αμίλητους επειδή δεν γνωρίζουν τα Ελληνικά! Όλοι ξένοι πράκτορες είναι! Γι’ αυτό και οι κουκούλες!
«Για την ασφάλεια μας!»
Χωρίς κοιλαράδες τροχονόμους που αντί να ρυθμίζουν την κυκλοφορία, σταματάνε και γράφουν τα «παπάκια» με τους δεκαεξάχρονους που αλωνίζουν την πόλη, από άκρη σ’ άκρη, μοιράζοντας πίτσες στους βολεμένους αστούς και εμπόρους, για ένα ψευτοχαρτζιλίκι.
Για να πληρώσουν το νοίκι στο ημιυπόγειο…
Για να μπορέσουν να πάνε το πρωί στο γυμνάσιο…
Είδα πρωινιάτικα στην τηλεόραση κάποια «κυρία». Όνομα και μη χωριό. «Δημοσιογράφος» ισχυρίζεται αυτή με πομπώδες ύφος. «Τηλεπαρουσιάστρια» λέω εγώ. Πιστή στο καθημερινό «ραντεβού» της. Με ένα κάτασπρο τσουλούφι σαν τον ασβό. Συζήταγε με έναν αντιπαθητικό μουστακαλή με ματογυάλια, επίσης «δημοσιογράφο».
-Είναι απαράδεκτο να μη φοράνε τα κράνη στο κέντρο της Αθήνας! Εγώ τους φοβάμαι! Πήγαινα να φάω -σ’ ένα καλό εστιατόριο!- με το «τέσσερα επί τέσσερα» μια μέρα και ένας μηχανόβιος με έβρισε! Κάτι πρέπει να γίνει! Σε κάθε φανάρι έρχονται και σου μπαίνουν μπροστά! Κλείνουνε την διάβαση και δεν μπορούνε να περάσουν οι πεζοί! Είδατε και στο «ρεπορτάζ» τις διαμαρτυρίες των πεζών!
Πράγματι στο λεγόμενο «ρεπορτάζ», είχε επιλέξει δυο μεσόκοπες και έναν υπερήλικα που ήσαν λάβροι εναντίον των «μηχανόβιων» για τις διαβάσεις πεζών και το παρκάρισμα στα πεζοδρόμια. Δεν τους ρώτησαν όμως, μήπως αυτοί ξεκίνησαν να περάσουν, όταν έχει σβήσει το «πράσινο ανθρωπάκι»; Δεν τους εξήγησαν ότι δεν κινδυνεύουν από τα δίκυκλα. Γιατί οι δικυκλιστές έχουν τουλάχιστον ψυχική ηρεμία. Ξέρουν ότι θα προλάβουν να πάνε στις δουλειές τους. Οι άλλοι είναι ο κίνδυνος. Οι γιωταχήδες. Εγκλωβισμένοι μέσα στα καβούκια τους, έχουν ξεπεράσει συνήθως τα όρια της ψυχικής αντοχής και έχουν γίνει επιθετικοί και αψυχολόγητα επικίνδυνοι, όταν βλέπουν πεζό να τους καθυστερεί. Αν θέλετε αληθινό «ρεπορτάζ» ταξιδέψτε για λίγη ώρα στους κεντρικούς δρόμους του Πειραιά. Εκεί θα δείτε σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια τον εκνευρισμό και την επιθετικότητα των γιωταχήδων, συγκριτικά με την προσοχή και την ευγένεια των δικυκλιστών.
-Θα πρέπει να βάλουν μεγαλύτερα πρόστιμα, συμπλήρωσε ο μουστακαλής. Να τους κόψουν τα πόδια! Να δεις θα τολμήσει κανείς να κλείσει διάβαση ή να ανέβει στο πεζοδρόμιο; Παρατήρησες ότι με τον καινούργιο νόμο για τα υποχρεωτικά κράνη, όλο και περισσότεροι φοράνε κράνος…
Στη συνέχεια έδειξαν ένα τρακαρισμένο «παπάκι». Στραπατσαρισμένο. Κάποιοι νεαροί, λέει, δεκαεξάρηδες, έκαναν «κόντρες» με τα «παπάκια» στην Εθνική οδό. Κάπου στην Θεσσαλονίκη. Τους κυνήγησε ένα «εκατό». Οι τρεις άφησαν τα μηχανάκια και έτρεξαν στα χωράφια. Τον τέταρτο τον στρίμωξαν οι μπάτσοι και περνώντας στο απέναντι ρεύμα της ασφάλτου, για να γλιτώσει, βρέθηκε κάτω από τις ρόδες που είχε διαλέξει γι’ αυτόν ο χάρος. Έδειξαν και τον επικεφαλής του περιπολικού. Μίλησε κιόλας! «Δεν πρέπει να μας φοβούνται τα παιδιά! Το πολύ-πολύ να τους δώσουμε μια κλήση! Όχι να τρέχουν στα χωράφια και να μπαίνουν στα αντίθετα ρεύματα! Είναι απαράδεκτο να χάνονται ζωές για μία κλήση! Για τα τρακόσια Ευρώ!»
Και καλά, ο καραγκιόζης αυτός, μπάτσος ήτανε. Τι περίμενες απ’ τον μπάτσο; Να μπει στην ψυχολογία του δεκαεξάχρονου; Πως; Τον δίδαξε κανείς; Περίμενες να ακούσει ή να καταλάβει τι σημαίνει η ενδόμυχη κραυγή: «Πούστηδες! Ζωντανό δεν θα με πιάσετε»; Να αντιληφθεί γιατί πυροβόλησε ο Μάρκος Μπότσαρης, όταν τον περικύκλωσαν οι Τούρκοι; Να νιώσει τι σημαίνει το «Ελευθερία ή Θάνατος»; Αυτά είναι πολύ ψιλά γράμματα! Δυστυχώς οι εγκληματίες αυτοί έχουν την προστασία του κατεστημένου. Είναι διαλεγμένοι μέσα από διάφορα «τεστ». Είναι μόνιμοι. Δεν είναι αιρετοί. Τους έχουν δώσει και όπλα. Αμ’ η άλλη; Αυτήν, λέω, με το άσπρο τσουλούφι. Έχει δει ποτέ ή έχει ακούσει για «κόντρες» με «παπάκια»; Και μάλιστα σε Εθνική οδό; Τι εφεύρημα ήταν τούτο πάλι; Γιατί προβάλλονται τέτοιες δηλώσεις; Με ποια δημοσιογραφική παιδεία; Με αυτήν που υπαγορεύει το φρέσκο «φαξ» του «Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Ασφάλειας της Ελλάδος»;
Αυτοί και άλλοι πολλοί τέτοιοι βολεμένοι, ακούσιοι ανθέλληνες, μας πιπιλίζουν καθημερινά τα αυτιά. Μας ενημερώνουν λένε. Επίορκοι «δημοσιοπαρουσιαστές» που ξεχνούν να μας πουν, πόσα καινούργια κράνη πούλησαν στην Ελλάδα οι πολυεθνικές τον τελευταίο καιρό και αν έχει καμία σχέση μαζί τους, όχι ο «Έλλην Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Ασφαλείας», αλλά ο «Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Ασφαλείας της Ελλάδος». Ξεχνούν να μας πουν μέσα σε ποιες «Στοές» συζητιόνται οι ευρηματικές αυτές απόψεις. Παραλείπουν να πουν πόσος ήταν ο «τζίρος» του Υπουργείου το πρώτο τρίμηνο. Από τις κλήσεις. Ξεχνούν να πουν, που θα πάνε αυτά τα λεφτά. Αδυνατούν να μιλήσουν, για το συναίσθημα αυτού του νεαρού Έλληνα. Το γλυκό πρόσωπο του οποίου, δείχνουν ανερυθρίαστα στο Πανελλήνιο, χωρίς καν να τον ρωτήσουν. Με το έτσι γουστάρω. Επειδή οι νεκροί δεν έχουν δικαιώματα. Για την πολυπόθητη θεαματικότητα της πολυεθνικής του «καναλιού». Για τα έσοδα από τις διαφημίσεις…
Η «κυρία» με το άσπρο τσουλούφι… Που για χάρη της ψήφισε φωτογραφική διάταξη η «Ελληνική Βουλή» για να την κάνει… Καθηγήτρια Πανεπιστημίου!
Βγήκε και ένας, κατά τα άλλα συμπαθής γιατρός, σε άλλο κανάλι και έλεγε στατιστικά στοιχεία για το πόσοι ενεργοί, νέοι πολίτες αυτής της χώρας, σκοτώνονται σε τροχαία, επειδή δεν φοράνε κράνος και ζώνη ασφαλείας. Λίγο ακόμα και θα το γύριζε στο ότι πρέπει να φοράνε κράνος και οι ταξιδιώτες στα λεωφορεία. Δεν θα ήταν άσκημη ιδέα να την ακούσει ο Υπουργός…
-Τόσα κράνη επί τόσο, κάνει τόσο…
-Τόσες κλήσεις επί τόσο, κάνει τόσο…
-Αν πάρουμε και τις πινακίδες, τόσο…
-Αν τους τα πάρουμε με το γερανό, τόσο…
-Δεν βγαίνουμε!
-Έχουμε έξοδα!
-Να διπλασιάσουμε τη μίζα…
-Αδύνατον!
-Αν διπλασιάζαμε τα πρόστιμα; Κάτι γίνεται! Πρέπει όμως να τα μειώσουμε λίγο στην προεκλογική περίοδο! Να δείξουμε προ πάντων, το ανθρώπινο πρόσωπο της «δημοκρατικής» Κυβέρνησης μας…
-Είναι απαράδεκτο να σκοτώνονται στην άσφαλτο τόσοι φορολογούμενοι! Θα το κλείσουμε το μαγαζί όπως πάμε! Χάνονται τόσα έσοδα! Άσε που ξοδεύονται τόσα λεφτά για θεραπείες! Θέλουν και καλύτερα Νοσοκομεία!
Εγώ αυτό που έχω παρατηρήσει, τόσα χρόνια ποδαράτος, είναι ότι στα φανάρια, οι νεαροί με τις μηχανές και τα «παπάκια», περιμένουν ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Όταν περάσει και ο τελευταίος πεζός τότε σιγά-σιγά πράγματι μπαίνουνε στη διάβαση, κάνοντας χώρο για να χωρέσουν όλοι οι «μηχανόβιοι». Έτσι, σαν από συναδελφική αλληλεγγύη. Δεν τους είδα ποτέ, να είναι εριστικοί. Αν ήταν έτσι, θα ήταν και μεταξύ τους. Απεναντίας, όταν κάποιος «παπάκιας» απ’ το πλάι, σταματημένος, θέλει να «μπει», βλέπεις αυτόν που έχει την προτεραιότητα, να «κόβει» και να του κάνει σήμα με το «διαστημικό» του κεφάλι να «μπει». Ο άλλος του «μπαίνει», με ευχαριστήρια κλίση του κράνους. Αυτά βλέπω εγώ. Τώρα αν εσείς είδατε και καμιά εξαίρεση, δεν καταργείται ο κανόνας. Ίσα-ίσα που επιβεβαιώνεται!
Τώρα η άλλη όψη. Και φυσικά θα βρίσουν την «κυρία» με το άσπρο τσουλούφι και κάθε κυρία που οδηγεί καπνίζοντας, με κασετόφωνο που δονείται από «techno» ή «rave» και με το προκλητικό κινητό στ’ αυτί. Κάθε «κυρία» που θεωρεί όλη την άσφαλτο δικιά της, επειδή πληρώνει «φόρους» και «τέλη κυκλοφορίας». Και ο «παπάκιας» πληρώνει δυσανάλογα, για τους ελάχιστους πόντους ασφάλτου που του αναλογούν. Η ουσιώδης διαφορά, όμως, είναι αλλού. Ο «παπόβιος» σέβεται όλους τους άλλους οδηγούς. Αυτόν κανένας δεν τον σέβεται! Οι περισσότεροι του κλείνουν το δρόμο. Έτσι για να μην τους «χωθεί». Με χαιρεκάκια. Αν ρε ζωντόβολα, δεν σεβότανε το χρόνο σας ο «παπάκιας» και πήγαινε πίσω από το άκομψο γιώτα-χι σας, όπως συχνά ισχυρίζονται ορισμένοι φορομπήχτες και άλλοι τινές φοροκλέφτες, τότε δεν επρόκειτο να φτάνατε ποτέ στα σπίτια σας!
Ο περιώνυμος νόμος που καθιέρωσε η «Βουλή των Ελλήνων» λέει να έχει 30 μέτρα απόσταση το ένα όχημα από το άλλο. Λέει ακόμη πως η ταχύτητα στους κατοικημένους τόπους, δεν πρέπει να ξεπερνάει το όριο των 30 χιλιόμετρων την ώρα. Θα πρότεινα να χάσουν ένα μεροκάματο όλοι οι νεαροί. Έτσι κι’ αλλιώς χαμένοι είναι από χέρι. Να κατέβουν στην πρωτεύουσα με τα «παπάκια» τους και να εφαρμόσουν τον «Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας», έτσι όπως τον ψήφισε η ολομέλεια της «Βουλής των Ελλήνων» και τον επικύρωσε ο «Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας».
Τότε τι θα έχουν να πουν οι διάφορες «κυρίες» με τα άσπρα τσουλούφια και οι απανταχού «διοπτροφόροι μουστακαλήδες»;
Παντού αδιέξοδο.

Δεν αντέχω άλλο να ζω σε αλλοτριωμένη χώρα γεμάτη από υπογραφές με τρεις τελίτσες. Μια χώρα -μαγαζί- για πεντακόσιες φαμίλιες. Για τους Άκηδες. Τους Βιτσιώτηδες. Τους Καλαίους. Τους Μανλήδες. Τους Μπράκηδες. Τους Λιωταίους. Τους Νάσηδες. Τους Ανδρέηδες. Τους Δινογιανναίους. Τους Μίτηδες και τους Λανδρήδες. Τους Ρηγαίους και τους διάφορους Πούλους και Όπουλους. Μαζί με όλα τ’ άλλα τα καλοπαιδάκια. Τα Έας, Άκης, Άκος. Τους «εμπόρους» ιδεών, ανθρώπων και ναρκωτικών.

Ο γιατρός του ΙΚΑ μου ’πε πως η «σκιά» στον πνεύμονα μπορεί να ’ναι κι απ’ το τσιγάρο. Μου ’πε πως πρέπει να το κόψω. Μαχαίρι!
Άσε το γιατρό να λέει…
«Και σεις μεγάλοι μου γιατροί, με τα πολλά ψαλίδια…»
«Αφήτε με τουλάχιστον να πεθάνω ελεύτερος…»
«Εγώ σας πείραξα; Εσείς γιατί με πειράζετε;»
«Γραικύλοι…»

Είδα προχτές έναν σοβαρό κύριο. Ασπρομάλλη. Στην ηλικία μου θα ήτανε. Καβάλα σε μια άσπρη μηχανή. Χωρίς το κράνος. Σταμάτησε στο περίπτερο να πάρει κάτι. Ένα καρακολάκι, γύρω στα είκοσι, άντε είκοσι δύο, αμούστακο, έπινε καφέ στην καφετέρια με μια χυμώδη, βαμμένη ξανθιά, πιτσιρίκα. Με τη στολή. Με το πιστόλι στη ζώνη. Κάτι του ψιθύρισε αυτή, για την ωραία μηχανή και τον ευπαρουσίαστο καβαλάρη. Πετάχτηκε σαν να τον τσίμπησε αλογόμυγα. Έτρεξε να τον προλάβει με το μπλοκάκι στο χέρι. Μόλις είχε ξανακαβαλήσει τη μηχανή ο άνθρωπος. Πλησίασα ν’ ακούσω.
-Σε στενεύει το λουράκι;
-Δεν σας κατάλαβα; Σε μένα μιλήσατε;
-Λέω. Σε στενεύει το λουράκι;
-Ποιο λουράκι;
-Κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις; Το λουράκι από το κράνος!
-Με ειρωνεύεστε κύριε…
-Άστα αυτά! Άδεια, δίπλωμα, ασφάλεια!
-Τα ξέχασα σπίτι. Έφυγα κάπως βιαστικά.
-Την ταυτότητα σου!
-Κι’ αυτήν την ξέχασα!
-Ονομάζεσαι;
-Εάν δεν μάθεις τρόπους, ούτε αυτό θα το μάθεις!
-Θα με ακολουθήσεις στο Τμήμα!
-Θα χαρώ πολύ να γνωρίσω τους προϊσταμένους σου!
Το ξεκάθαρο βλέμμα και η ευγενική αυστηρότητα της φυσιογνωμίας του ασπρομάλλη έκαναν το καρακολάκι να αισθανθεί ενδόμυχο φόβο. Σαν τότε που ήταν αδιάβαστος, στο Δημοτικό, και τον μάλωνε η δασκάλα…
-Τέλος πάντων! Να έχεις χάρη που έχω δουλειά τώρα! Στρίβε!
-Η ευγένεια σου με σκλαβώνει. Αλλά δεν αρκεί αυτό!
-Έλα είπα, στρίβε! Και χωρίς πολλές κουβέντες! Δίνε του! Στη χαρίζω!
Γύρισε απότομα την πλάτη και απομακρύνθηκε. Αυτό το βλέμμα του έφερε τόση αμηχανία! Ο ασπρομάλλης κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι, καθώς το καρακολάκι πήγαινε φουσκωμένο σαν διάνος, με κατακόκκινα αυτιά, στην κοπέλα του. Έσβησε τη μηχανή και έβγαλε ένα κινητό τηλέφωνο. Πήρε τρία νούμερα.
-Εισαγγελεύς Κωστ…! Να έρθει ένα περιπολικό αμέσως τώρα στην Φιλολάου και Φορμίωνος γωνία. Θα προβεί σε σύλληψη οργάνου! Διακριτικά!
Όταν έφτασε το περιπολικό το καρακόλι είχε γίνει καπνός. Μαζί με την κοπέλα. Την ανθίστηκε την δουλειά! Τι ιστορίες ακολούθησαν δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι πως ένας κούκος δεν φέρνει την Άνοιξη! Καλός ο εισαγγελέας. Αλλά μόνο αν είσαι εισαγγελέας έχεις δικαίωμα στη ζωή; Στην ελευθερία; Να βγεις με το «παπάκι» σου στο δρόμο. Να νιώσεις τις μικρές ταχύτητες. Το ανεπανάληπτο αίσθημα του αέρα να σου χαϊδεύει ή και να σου μαστιγώνει το πρόσωπο. Να νιώσεις ελεύθερος! Να νιώσεις Έλληνας! Να γράφεις τους απαίσιους καταχραστές της ελευθερίας σου στα παλαιότερα των ελαστικών σου! Να πεθάνεις σαν Έλληνας! Ελεύθερος. Όχι όπως το θέλουν αυτοί. Στριμωγμένος στο οχτάκλινο και εκλιπαρώντας για ένα παυσίπονο!
Προχώρησα πάρα κάτω. Είδα ένα, σχεδόν καινούργιο, κτίριο με εφτά πατώματα. Απ’ έξω περιπολικά και μουντόχρωμες κλούβες. Στην πολυτελή τζαμένια κεντρική είσοδο, μπλε-άσπρη ξύλινη σκοπιά, χωρίς τον συνήθη φρουρό της. Κόσμος και κοσμάκης μπαινόβγαινε. Με χαρτιά στα χέρια. Για «επικυρώσεις εγγράφων». Για νέες «ταυτότητες». Για «ταυτοπροσωπίες» και ότι άλλο χωράει ο νους σου! Μπήκα μέσα. Δυο «βαθύ-μπλε» ανθρωπάκια κάπνιζαν και συζήταγαν ποδοσφαιρικά. Σημασία δεν μου έδωσαν. Πήρα τον ανελκυστήρα, που όλως περιέργως δούλευε. Είδα την αποφασιστικότητα στο βλέμμα μου. Ο καθρέφτης τρόμαξε! Ανέβηκα στον έκτο. Δεν υπήρχε ψυχή στο διάδρομο. Γύρισα το λευγεδάκι στο «stop» ακινητοποιώντας τον ανελκυστήρα.
Η συνέχεια ήταν απλή. Σε δυο λεπτά είχα κατορθώσει να βουλώσω όλες τις λεκάνες στα ουρητήρια του ορόφου! Ρίχνοντας μέσα ρόλους χαρτιά υγείας με τις νάιλον σακούλες και σπρώχνοντας τα στο σιφώνιο με την πλαστική ψήκτρα. Έριξα νερό, από τα ξεχασμένα ποτήρια στα άδεια γραφεία, μέσα σε όσους υπολογιστές βρήκα εύκαιρους. Ήθελα να ήμουν σε μιαν άκρη όταν κάποιος θα τους άναβε! Βούτηξα όσα κλειδιά βρήκα σε πόρτες και συρτάρια και ακολούθησαν κι’ αυτά το δρόμο των αποχετεύσεων. Στην έξοδο οι «βαθύ μπλε» με πρόσωπα «παντζάρια» στεκόντουσαν «κλαρίνο» μπροστά σε έναν πολύ σοβαρό κύριο, κοντοκουρεμένο, φρεσκοξυρισμένο, κουστουμαρισμένο και με μονόχρωμη λεπτή γραβάτα.
-Κάπου κόλλησε στον έκτο κύριε Αστυνόμε!
-Τι γυρεύει το «ασανσέρ» στον έκτο σήμερα; Κοιμόσαστε όρθιοι! Θα σας ανατινάξουνε και δεν θα το πάρετε χαμπάρι! Ηλίθιοι! Τι να κάνω τώρα; Να εκκενώσω το κτίριο; Να κρατήσετε τα στοιχεία όλων όσοι θα βγουν απ’ το κτίριο! Να ελέγξετε τους πάντες! Να έρθει ο σκύλος! Αμέσως! Ανίκανοι!
Προσπέρασα ήσυχα-ήσυχα και βγήκα στο δρόμο. Μπροστά στην είσοδο δεν υπήρχε ψυχή. Υπήρχαν όμως άψυχα! Το άψυχο! Η φρεσκοπλυμένη, μεγάλου κυβισμού, απαστράπτουσα BMW του κυρίου Αστυνόμου! Τι μισθό παίρνει ένας μπάτσος για να έχει τέτοιο αυτοκίνητο; Έβγαλα σαν υπνωτισμένος τα κλειδιά μου από την τσέπη. Την χαράκωσα από την μια πλευρά. Μέχρι τη λαμαρίνα. Την χαράκωσα κι από την άλλη. Έκανα και στο καπό της μηχανής έναν μεγάλο κύκλο με ένα κεφαλαίο «άλφα» μέσα του. Έτσι ακριβώς όπως το ζωγραφίζετε «εσείς» στους τοίχους με τη μαύρη τη μπογιά.
Δεν ξέρω αν έχω το δικαίωμα να οικειοποιούμαι τα δικά σας σύμβολα. Δεν ξέρω καν ποιοι τα έβγαλαν και τι σημαίνουν. Αποφάσισα όμως να έλθω να ζήσω μαζί σας. Δεν ξέρω αν θα με δεχτείτε στην παρέα σας. Είναι αλήθεια ότι υπηρέτησα και εγώ το καταπιεστικό σύστημα από τη θέση του τρομαγμένου δημοσίου υπαλλήλου. Είναι αλήθεια ότι ταλαιπώρησα τους γονείς σας, ίσως και εσάς τους ίδιους, από τη θέση που κατείχα. Σας ζητώ ταπεινά συγχώρεση και δεν πρόκειται να πω κουβέντα όσα και αν μου καταμαρτυρήσετε. Όσο και αν με βρίσετε. Το αξίζω. Δεν είχα την παιδεία. Δεν είχα ίσως τα κότσια. Εκλιπαρώ σας. Αφήστε με να πάρω και γω μέρος στις πορείες σας. Θέλω να φωνάξω μέσα από την ψυχή μου:
-Μπάτσοι! Γουρούνια! Δολοφόνοι!
-Αλήτες! Ρουφιάνοι! Δημοσιογράφοι!
Θέλω να το ζήσω!
Θέλω να ζήσω…

Η σκιά στο πνευμόνι μου μεγάλωσε. Ο τσιγαρόβηχας δεν με αφήνει να την ξεχάσω. Φοβάμαι τώρα το θάνατο στη μοναξιά. Οι σκέψεις για τον Λιαντίνη με τρομάζουν. Αγόρασα ένα δυαράκι στο λόφο του Στρέφη. Με το πενιχρό «εφ’ άπαξ» και τις τρύπιες οικονομίες σαράντα χρόνων ανύπαντρου υπαλλήλου του Δημοσίου. Ποτέ δεν πήγα στο εξωτερικό. Ποτέ δεν βγήκα απ’ το Λεκανοπέδιο. Ποτέ δεν πήγα στο γήπεδο. Στα μπουζούκια. Ποτέ δεν είχα ένα αυτοκινητάκι. Πάντα ήμουνα στο ενοίκιο. Πάντρεψα όμως την αδελφή μου στο χωριό και την προίκισα. Πήρα και αυτοκίνητο του γαμπρού. Ζει χωρισμένη τώρα. Χωρίς παιδιά. Εργάζεται στην κουζίνα μιας παραθαλάσσιας ταβέρνας. Το κτηματάκι του πατέρα μας το πούλησε ο γαμπρός. Έχω χρόνια να ακούσω νέα της.
Μετέφερα τα λιγοστά λογιστικά βιβλία μου. Το πτυχίο της Φυσικομαθηματικής. Το αλαβάστρινο σκάκι. Τα άλυτα σταυρόλεξα. Τα κάδρα με τις φωτογραφίες των γονιών μου. Την εικονίτσα της Παναγίας. Το καπνισμένο λιβανιστήρι.
Κάθομαι στο μικρό μπαλκονάκι τις νύχτες και σας παρατηράω. Δυο-δυο, τρεις-τρεις, ένας-ένας. Σκιές στο σκοτάδι. Άλλοτε να γελάτε λέγοντας ανέκδοτα κι’ άλλοτε να λογομαχείτε με επιχειρήματα που ακόμα με τρομάζουν. Σας ζηλεύω. Θέλω να ζήσω μαζί σας. Ήθελα να ζήσω σαν κι’ εσάς. Κληρονόμους ευτυχώς δεν άφησα. Δεν είχα ποτέ την οικονομική τόλμη. Πήγα στον συμβολαιογράφο. Του ζήτησα ν’ αφήσω το σπίτι σε όλους εσάς. Ελεύθερο. Να μπαίνει και να κοιμάται, όποιος δεν έχει που να πάει να κοιμηθεί. Είπε πως θα το μελετήσει…
Οι άλλοι φοιτητές μας δυστυχώς, αλλοτριώθηκαν στις καφετέριες και στα κόμματα. Δεν τους κατηγορώ. Ίσως κι’ αυτοί δεν έχουν την τόλμη. Όπως και γω. Ίσως τα μεγάλα προβλήματα ανελευθερίας του τόπου, να πνίγονται μέσα στο «φραπεδάκι» τους. Να παραλύουν άβουλοι και άνευροι, μπροστά στους παράνομους νόμους των Δεινοσαύρων. Της «Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων». Μπροστά στην ολοκληρωτική καταπιεστική αστυνομοκρατία, για τα δήθεν οικονομικά της χώρας, που συνεχώς καταληστεύονται από τους ίδιους και διαρκώς, από τότε που θυμάμαι, χειροτερεύουν. Όπως και μ’ αυτόν τον επαίσχυντο νόμο. Για τα κράνη και τα «παπάκια».
Ζητούν να βάλουν στην τσέπη, το χαρτζιλίκι των νεαρών και τίποτ’ άλλο. Δεν ενδιαφέρονται για θανάτους, κακώσεις και ατυχήματα. Δεν μας ξεγελούν. Θέλουν να υποδουλώσουν το φρόνημα. Καθημερινά στις βραδινές ειδήσεις, τα δημοσιογραφικά πληρωμένα τσογλάνια και οι συνήθεις μαϊντανοί, δείχνουν και σχολιάζουν επίσημους μασκοφόρους και κουκουλοφόρους με προτεταμένα όπλα, άλλους καβάλα σε μηχανές μεγάλου κυβισμού και άλλους να πετάγονται μέσα από στίλβουσες αμαξάρες τέσσερα επί τέσσερα. Οι ξενόφερτοι κρατικοδίαιτοι λεβενταράδες της Αντιτρομοκρατικής! Ογδόντα τέτοιους μέτρησα που πήγαιναν στα Δικαστήρια έναν ταλαίπωρο διοπτροφόρο, ντυμένο με ένα κάτασπρο αλεξίσφαιρο γιλέκο. Ογδόντα μασκοφόροι! Για έναν μύωπα! Γιατί το κάνουν; Για να μας δείξουν την Εξουσία τους! Για να μας πουν ότι αν δεν υπακούτε στους νόμους μας ραγιάδες, τα ίδια και χειρότερα θα πάθετε! Θα σας δείχνουμε να σέρνεστε δεμένοι πισθάγκωνα σε όλη την Υφήλιο! Δεν θέλουν ελεύθερους τους Έλληνες. Αν ενδιαφερόντουσαν δεν θα πουλούσανε την ηρωίνη. Αυτοί και τα ένστολα τσιράκια τους. Για να αρπάζουν το χαρτζιλίκι των μαθητών. Για να χτίζουν τις βίλες τους μέσα στα δάση, μέσα στη θάλασσα και πάνω στους συλημένους αρχαίους θολωτούς τάφους. Ασχημονούντες και καταπατούντες την μόνη κληρονομιά των Ελλήνων. Οι Κλαζομένιοι! Δεν το λέω ρατσιστικά. Απλά είναι βαριά η κληρονομιά που μας άφησαν οι Αρχαίοι. Και μας προειδοποίησαν. «Το φυλάξασθαι αγαθά, χαλεπώτερον του κτήσασθαι»

Ήρθα να ζήσω τα στερνά μου κοντά σας. Να αναπνέω, στα κρυφά, λίγο από τον αέρα που αναπνέετε. Αυτοί σας λένε Αναρχικούς. Εγώ σας λέω Έλληνες. Συνεχιστές του αδούλωτου πνεύματος της φυλής. Αλίμονο. Λέγανε αναρχικό και τον Σωκράτη κάποιοι παλιοί ψευτοποιητές και κάτι έμποροι. Και τον Κολοκοτρώνη με την παρέα του, αναρχικό τον ανεβάζανε και τον κατεβάζανε κάποιοι νεότεροι Κοτσαμπάσηδες και κάποιοι βολεμένοι Νενέκοι. Απομείνατε η μόνη ελπίδα αυτού του Έθνους. Εσείς που ζείτε και συχνάζετε εδώ δίπλα μου. Στο ελεύθερο «κράτος των Εξαρχείων». Εκεί που φοβόμουνα όλη μου τη ζωή να πατήσω το πόδι μου. Εκεί που υπάρχει ακόμα «τσαγανό». Εκεί που χτυπάει η καρδιά της ελεύθερης Ελλάδας. Εκεί που ακόμα ζούνε, σκέφτονται, φιλοσοφούν και πράττουν οι λιγοστοί εναπομείναντες Έλληνες.

Leave a Comment