Θεοδωρίδης Γιάννης: Ψυχίατρος – Ψυχαναλυτής

Έχει γίνει μόνιμη επωδός στην Ελλάδα της λεγόμενης «κρίσης» η επιδίωξη της «ανάπτυξης» ως αντικείμενο, για το οποίο χρησιμοποιείται το ρήμα «έρχομαι». Η χρήση του συγκεκριμένου ρήματος που υπαινίσσεται μια παθητική στάση αναμονής και όχι ενός άλλου ρήματος, π.χ. του «δημιουργώ» που απαιτεί δράση και ενεργητικότητα ή του ρήματος «έχω» που εντάσσει την «ανάπτυξη» στην ταυτότητα της ύπαρξης, δεν αποτελεί μια απλή εκφραστική ιδιοτροπία. Υποκρύπτει και αποκαλύπτει την βαθειά δύναμη της αδράνειας που έχει διαποτίσει και διαβρώσει τις συνειδήσεις πολιτικών και πολιτών.

Η ογκώδης και γλυκιά δύναμη της ακινησίας βέβαια, δεν είναι καθόλου άγνωστη στην κλινική ψυχαναλυτική πράξη, στην καθημερινή ζωή και στον ποιητικό λόγο που αντιλαμβάνεται με αμεσότητα τις δυνάμεις του ασυνειδήτου, μιλώντας τόσες και τόσες φορές για τη «γλύκα του θανάτου».
 Στο θεμελιακό κείμενο «πέραν της αρχής της ηδονής» του 1919 ο Freud περιγράφει στο δεύτερο κεφάλαιο, το επαναληπτικό παιχνίδι του μικρού εγγονού του, με το καρούλι. Ο μικρός πετά το καρούλι που αρχικά χάνεται από το οπτικό του πεδίο ενώ στη συνέχεια το επαναφέρει με ένα σπάγκο. Κατά τις πολυάριθμες επαναλήψεις του παιχνιδιού ο μικρός επαναλαμβάνει επιφωνήματα που αναπαράγουν το Γερμανικό “fort” όταν το καρούλι εξαφανίζεται και το “da” όταν επανεμφανίζεται. Πρόκειται για αντίστοιχα επιφωνήματα με τα δικά μας «πάει» και «τζα» ή αλλιώς «έφυγε – ήρθε». Το νόημα της παρατήρησης ασφαλώς δεν περιορίζεται στην περιγραφή ενός τόσο συνηθισμένου παιδικού παιχνιδιού. Το παιδί με έναν καταναγκαστικό τρόπο ουσιαστικά επαναλαμβάνει το τραυματικό βίωμα, εν προκειμένω την εξαφάνιση της αγαπητής μητέρας την οποία φαντασιακά «καταστρέφει» και στη συνέχεια μαγικά επαναφέρει.  Είναι φαινομενικά παράλογο για ένα παιδί να εξαφανίζει και μάλιστα τόσο επίμονα αυτό που υποτίθεται ότι πιο πολύ επιθυμεί. Η εξήγηση της αποζημίωσης από την επανεμφάνιση δεν δικαιολογεί το αρχικό κίνητρο της καταστροφικότητας και την διαρκή επανάληψή της. Μια μυστηριώδης δύναμη λειτουργεί αντίστροφα με την κοινή λογική στον πολύμορφο ψυχισμό του ανθρώπου.

Παρόμοιες καταστάσεις συναντούμε σε ενήλικες, που φαινομενικά ακατάλληλα επαναλαμβάνουν το τραυματικό βίωμα μέσα από μια διαρκή καταστροφικότητα. Είναι σαν να υπάρχει μια μαγική τάση να πηγαίνουν τα πράγματα προς τα πίσω, μερικές φορές τόσο πίσω εκεί που δεν υπάρχει «κίνηση» στην ηδονική συνθήκη της «αδράνειας», εκεί που δεν υπάρχει μητέρα εκεί που δεν υπάρχει ζωή.
Σε αντίθεση βέβαια με την ηδονική κατάσταση της αδράνειας και του θανάτου όπου όλα είναι ήρεμα, υπάρχει η δύναμη της ζωής που διαρκώς μας ενοχλεί. Εκεί που πάμε να την εγκαταλείψουμε και να περιπέσουμε στην ηδονή της παθητικότητας, ωθούμαστε μαζοχιστικά προς τα μπρος αναλαμβάνοντας δράση και ενεργητικότητα. Μόνον ο ύπνος απομένει στον ώριμο ενήλικο σαν μια «νόμιμη» απομίμηση του απολεσθέντος μεγαλείου της ακινησίας, της ανώτερης φαντασίωσης του ανθρώπου.
Κανείς θα μπορούσε να πει σκεπτόμενος λογικά ότι ο δρόμος προς τη ζωή (που σημειωτέον απαιτεί δαπάνη ενέργειας)  ανοίγεται διότι και αυτή είναι γλυκιά και θελκτική σαν τον θάνατο (ασφαλώς μιλούμε για την ψυχική συνθήκη του εν ζωή). Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει ακριβώς. Η πραγματική ώθηση προς τα εμπρός έρχεται υποχρεωτικά και αναπόφευκτα όταν ο δρόμος προς τα πίσω έχει αποκλειστεί , όταν δεν υπάρχει δίοδος προς την παλινδρόμηση, όταν χάνεται η χαρά του «δεν κάνω τίποτα και φαντάζομαι ότι έχω τα πάντα». Όταν ο ενήλικος δεν μπορεί να ξαναγίνει παιδί. Η ζωή καθίσταται δευτερευόντως γλυκιά και γι’ αυτό το λόγο ακριβώς, συχνά λέμε: «η ζωή είναι μαζοχισμός». 
Ο δρόμος προς τα πίσω κλείνει όταν το υποκείμενο κατανικήσει τις εσωτερικές ανασταλτικές δυνάμεις που το ωθούν σε παραίτηση μέσω καταστροφών και έτσι τελικά καταφέρνει να έχει έναν βίο που καταλήγει κάποτε κατά το δυνατόν ομαλά.
Σε έναν ενήλικο όμως, όπως και σε μια κοινωνία, η επικράτηση των ανασταλτικών δυνάμεων, οδηγεί σε μία ανερμάτιστη παθολογία με κλινικό φαινόμενο την ακινησία και την αδράνεια σε όλες τις εκφάνσεις του φαινομενικά μόνον ενεργητικού βίου τους. Ο δρόμος προς την ανάπτυξη, με όλους τους συμβολισμούς της λέξης, δεν είναι άγνωστος, απλά είναι γνωστός με όρους παθητικότητας, έχει δηλαδή πλήρως διαστραφεί.
Αυτές οι ενστικτικές δυνάμεις είναι, που τόσο σθεναρά επέβαλλαν  την ισχύ τους στην Ελληνική κοινωνία τις τελευταίες δεκαετίες, ώστε το «προς τα εμπρός» να γίνεται αντιληπτό με όρους του «προς τα πίσω». Αυτό συνέβη διότι πριμοδοτήθηκε σταθερά η φαντασίωση της ηδονικής ανενέργειας, ώστε ο δρόμος της παλινδρόμησης να παραμένει ορθάνοιχτος. Κάθε απλή φαινομενικά κίνηση προόδου εκδηλώνεται ως εκ τούτου σαν εργώδης τοκετός.  Ο «θάνατος εν ζωή» υπήρξε σταθερό κλινικό κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο. Η «ανάπτυξη» που σαν οικονομικός όρος υπαινίσσεται το προχώρημα, χρησιμοποιείται αντίστροφα και έτσι η φράση «έρχεται η ανάπτυξη» ισοδυναμεί δυναμικά με το «έρχεται ο θάνατος» όπου το ρήμα «έρχομαι» ταιριάζει απόλυτα.  Για αυτόν τον λόγο ακριβώς ηχεί ανώμαλα στα χείλη των πολιτικών μας, που προχωρούν με την πλάτη στραμμένη εμπρός και το βλέμμα προσηλωμένο στην μακαριότητα μιας παλιάς ραστώνης.
Ομολογουμένως η ακραία αυτή μορφή επιβολής της αδράνειας επί της δράσης (των «ενστίκτων του θανάτου» επί των «ενστίκτων του έρωτα»), δεν έχει καθολικά επικρατήσει γιατί τότε θα είχε επέλθει και το φυσικό τέλος. Με ψυχαναλυτικούς όρους, δεν έχει υπάρξει στην Ελλάδα πραγματικός ευνουχισμός παρότι ακόμα και όσοι υπόσχονται την ανανέωση, επενδύουν πολιτικά ακριβώς σε αυτόν τον ευνουχισμό. Αυτό που όμως έχει επικρατήσει είναι η διαπραγμάτευση για την ανάπτυξη προς τη ζωή, με μαγικούς όρους επιπέδου παιδικής σκέψης σαν το “fortda” του εγγονού του Freud και μυριάδων άλλων παιδιών που δοκιμάζουν να ενηλικιωθούν ψυχολογικά. Ας ελπίσουμε ότι και το Ελληνικό πολιτικό και κοινωνικό «παιδί» κάποτε θα ενηλικιωθεί όχι θέλοντας και μη.

Leave a Comment