Ένα μεσημεράκι, στα μέσα Μαΐου του 1974, βρεθήκαμε η ίδια παρέα στο
Τουρκολίμανο, για να τον ξεπροβοδίσουμε. Ο Καββαδίας, με το ίδιο τριμμένο
μονόπετο σακκάκι κι ένα εξίσου παληό καβουράκι, καθόταν λίγο μελαγχολικός:

αναχωρούσε στις τέσσερεις το απόγευμα με το κρουαζερόπλοιο «Aquarius»,

όπου (φυσικά) υπηρετούσε ως ασυρματιστής. Τον συνοδέυσα μέχρι το πλοίο:

ό,τι κουβαλούσε, τα είχε βολέψει σε ένα μικρό, φθαρμένο πλαστικό βαλιτσάκι

της «Air France». Κάποια στιγμή με πήρε παράμερα, και μου εξέθεσε το σχέδιό του:

 

Επρεπε να τα καταφέρω να φύγω από τον στρατό (ήμουν τότε αρχίατρος), ώστε να

μπαρκάρουμε στο «Aquarius» – εκείνος πάντα ως μαρκονίστας, εγώ ως γιατρός,

οπότε… κ.λπ., κ.λπ. Συνάντησα για τελευταία φορά τον Καββαδία το πρωί της

23ης Νοεμβρίου 1974, στο διαμέρισμα της αδελφής του Τζένιας, στην Δεινοκράτους 5.

Αναχωρούσα εκείνη την ημέρα για το στρατιωτικό νοσοκομείο της Πάτρας, και πέρασα

να τον δω. Παρά την σιγουριά που ένιωθε κοντά στους δικούς του (την αδελφή του και

τα ανίψια του, την Ελγκα κυριολεκτικά την λάτρευε), φαινόταν λίγο ανήσυχος, κάπως

αβέβαιος, σαν μελαγχολικός. Με κράτησε σχεδόν ώς το μεσημέρι, μιλώντας περί ανέμων

και υδάτων, και επιδεικνύοντάς μου διάφορα (απόκρυφα και μη) της προσωπικής του συλλογής,

αλλά και κοινά χαρτιά – όπως το πιστοποιητικό του γεννήσεως, το 1910, στην Μαντζουρία,

ένα δελτίο ταυτότητος που έβγαλε το 1928 στον Πειραιά (τη χρονιά που μπήκε στην Ιατρική,

παρέα με έναν γνωστό μου ψυχίατρο στην Καβάλα, τον Ρένο Βαμβακούση, ήδη μακαρίτη) κ.ά.

Το κλίμα βάραινε. Επρεπε να ξεκινήσω για την Πάτρα. Με συνοδέυσε μέχρι το αμάξι. Ξαφνικά,

την ώρα που ετοιμαζόμουν να ξεκινήσω, γυρίζει και μου λέει:

— Οταν πεθάνω, να με πάτε οι δυο σας, εσύ και ο Πετρόπουλος: έτσι θα γέρνω, όπως στη θάλασσα…
Κατάλαβα το καλαμπούρι, που βασιζόταν στη διαφορά του ύψους των δυο μας – αλλά απόμεινα

αποσβολωμένος. Ο Καββαδίας με χτύπησε τρυφερά στην πλάτη:
— Μην τα παίρνεις τοις μετρητοίς, μου λέει, έτσι τα λέω – τώρα που δεν έχω δουλειά…
Και, χαμηλώνοντας τη φωνή, ενώ το πρόσωπό του έπαιρνε εκείνο το αθώο, σχεδόν παιδικό ύφος

κάποιας επερχόμενης ελευθεροστομίας, με ξεπροβόδισε με ένα από τα αμίμητά του:
— Λια μου, μου ψιθύρισε, δουλειά δεν είχε το μ…. και μάθαινε τσαγκάρης…
Δυόμισι μήνες ακριβώς αργότερα, στις δέκα Φεβρουαρίου 1975, βρισκόμουν στο Συμβούλιο Επιλογής

Οπλιτών στον τόπο καταγωγής του Καββαδία, στο Αργοστόλι. Εκεί πληροφορήθηκα τον αιφνίδιο

θάνατό του: άλλοι τον πήγαν, λοιπόν, στον κάτω κόσμο…

Πηγή:ΗΛΙΑΣ Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
28.02.1999

Στη φωτο : ο Νίκος Καββαδίας παρέα με τη Θεανώ Σουνά, στα δεξιά του, τη Νιόβη Παπαδημητρακοπούλου,

τον Ηλία Πετρόπουλο και, εκτός κάδρου, τη Μαίρη Κουκουλέ (φωτ.: Ηλίας X. Παπαδημητρακόπουλος).

Leave a Comment