Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4

/* Style Definitions */ table.MsoNormalTable {mso-style-name:”Κανονικός πίνακας”; mso-tstyle-rowband-size:0; mso-tstyle-colband-size:0; mso-style-noshow:yes; mso-style-parent:””; mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt; mso-para-margin:0cm; mso-para-margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:10.0pt; font-family:”Times New Roman”; mso-ansi-language:#0400; mso-fareast-language:#0400; mso-bidi-language:#0400;}

Το Συµβούλιο της Επικρατείας (ΣΕ) ιδρύθηκε για πρώτη 

φορά στην Ελλάδα σε αποµίµηση του γαλλικού θεσµού του             

Conseil dEtat το 1835. Είχε γνωµοδοτική αρµοδιότητα στα             

σχέδια διαταγµάτων, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις είχαν

χαρακτήρα νοµοθετικών πράξεων και σε άλλα θέµατα, καθώς

 και δικαστική δικαιοδοσία, δικάζοντας αµετάκλητα διοικητικές  

διαφορές. Λειτούργησε έως το 1844, οπότε και καταργήθηκε µε το

 άρθρο 102 του Συντάγµατος του έτους αυτού, κυρίως επειδή

 θεωρήθηκε ότι το αποτελούσαν πολλοί φίλοι της απολυταρχίας.

 Στη συνέχεια, το ΣΕ προβλέφθηκε από το Σύνταγµα του 1864

 (άρθρα 83-86) αποκλειστικά ως νοµοπαρασκευαστικό σώµα.

 Καταργήθηκε όµως το 1865 µε αναθεώρηση του Συντάγµατος,

 τη δυνατότητα της οποίας προέβλεπε το άρθρο του 108. Κατά

 την αναθεώρηση του Συντάγµατος το 1911 προβλέφθηκε και

 πάλι (άρθρα 82-86) η ίδρυσή του µε αρµοδιότητες:

 κα) την επεξεργασία των προτάσεων νόµων (νοµοπαρασκευα-

 στική) και των κανονιστικών διαταγµάτων (διοικητική).

 β) την ακύρωση των διοικητικών πράξεων.

 γ) την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών που όριζαν οι

 νοµοθετικές πράξεις.

 δ) την ανώτατη πειθαρχική δικαιοδοσία στους µόνιµους

 δηµόσιους υπαλλήλους (δικαιοδοτικές).

 ∆εν συστήθηκε όµως επειδή δεν εκδόθηκε το διάταγµα, από

 το οποίο εξαρτούσε την ισχύ του ο Ν. 290/1914 που το ίδρυε.

 Τελικά, το ΣΕ, όπως έχει σήµερα, προβλέφθηκε πάλι από το

 Σύνταγµα του 1927 (άρθρα 102-105) και συστήθηκε µε τον Ν.

 3713/1928, που τροποποιήθηκε πολλές φορές µεταγενέστερα.

 Τη δικαιοδοσία και τη συγκρότηση και λειτουργία του ΣΕ ρυθ-

 µίζουν το Σύνταγµα (άρθρο 95) και το Ν∆ 170/1973, όπως 

τροποποιήθηκε µε τους Ν. 702/1977 και 1470/1984, που

 έχουν κωδικοποιηθεί µε το ∆/µα 18/1989 (όπως τροποποιή-

 θηκε και συµπληρώθηκε µε τους Ν. 2145/1993 και 2161/

 1993, 2479/1997, 2721/1999), την δε κατάσταση των συµβού-

 λων, παρέδρων και εισηγητών ρυθµίζουν το Σύνταγµα και οι

 σχετικές νοµοθετικές πράξεις (ΚΟ∆Κ∆∆).

           

          2. Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

           2.1. Τα µέλη

          Το ΣΕ αποτελείται από το προεδρείο, που περιλαµβάνει τον

          πρόεδρο και 7 αντιπροέδρους, 42 συµβούλους, 48 παρέδρους

          και 50 εισηγητές και δόκιµους εισηγητές καθώς και από το

          προσωπικό της γραµµατείας.

          Τα µέλη του προεδρείου, οι σύµβουλοι, οι πάρεδροι και οι

          εισηγητές είναι δικαστικοί λειτουργοί, κατά την έννοια του

          άρθρου 88 παρ. 11 του Συντάγµατος και συνεπώς είναι ισόβιοι

          και έχουν την ιδιότητα του τακτικού δικαστή, κατά το άρθρο 87

          παρ. 1, απολαύνουν δε λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτη-

          σίας.

          Ο πρόεδρος έχει τη γενική διεύθυνση των εργασιών του ΣΕ,

          το εκπροσωπεί στις σχέσεις του µε τις δηµόσιες αρχές, είναι

          πρόεδρος της Ολοµέλειας και µπορεί να προεδρεύει σε

          οποιοδήποτε από τα Τµήµατα. Από τους επτά αντιπροέδρους, οι

          έξι προϊσταται ενός από τα τµήµατα Α’, Β’, Γ’, ∆’, Ε’ και ΣΤ’. Οι

          σύµβουλοι εκτελούν έργα εισηγητή και µετέχουν στις συνε-

          δριάσεις των σχηµατισµών του ΣΕ µε αποφασιστική ψήφο, οι

          πάρεδροι εκτελούν επίσης έργα εισηγητή και µετέχουν στις

          συνεδριάσεις µε συµβουλευτική ψήφο. Οι πάρεδροι που

          Σνεπώς είναι ισόβιοι.

          µετέχουν στην επεξεργασία των κανονιστικών διαταγµάτων έχουν

          αποφασιστική ψήφο. Οι εισηγητές επικουρούν τους συµβούλους

          και ενδεχοµένως τους παρέδρους, στην ετοιµασία και διάγνωση

          των υποθέσεων.

          Η γραµµατεία του ΣΕ περιλαµβάνει τον προϊστάµενο της

          γραµµατείας, που διευθύνει τις εργασίες της και εκτελεί

          καθήκοντα γραµµατέως της Ολοµέλειας, τους προϊσταµένους

          των τµηµάτων της γραµµατείας, τα οποία είναι αντίστοιχα προς

          τα Τµήµατα του ΣΕ και τους λοιπούς δικαστικούς υπαλλήλους.

          Οι προϊστάµενοι των τµηµάτων της γραµµατείας ασκούν και

          καθήκοντα γραµµατέως του αντίστοιχου τµήµατος του ΣΕ.

         

          2.2. Η πλήρωση των κενών θέσεων.

          Τον Πρόεδρο, όταν ελλείπει, είναι απών ή κωλύεται,

          αναπληρώνουν οι αντιπρόεδροι και στη συνέχεια οι σύµβουλοι

          κατά σειρά αρχαιότητας. Τον Πρόεδρο του Τµήµατος αναπλη-

          ρώνουν οι σύµβουλοι που µετέχουν σ’ αυτό, πάλι κατά σειρά

          αρχαιότητας.

          Η πλήρωση των κενών θέσεων των παρέδρων γίνεται µε

          προαγωγή κατά κανόνα βάσει της αρχαιότητας των διοικητικών

          δικαστηρίων των εισηγητών που έχουν τουλάχιστον 5ετή υπηρε-

          σία, των κενών θέσεων των συµβούλων µε προαγωγή των πα-

          ρέδρων που έχουν υπηρεσία 5 ετών και άνω και των αντι-

          προέδρων µε προαγωγή των συµβούλων που έχουν τουλάχιστον

          3ετή υπηρεσία (ΚΟ∆Κ∆Λ άρθρο 162). Σε πρόεδρο µπορεί να

          προαχθεί ή αντιπρόεδρος ή σύµβουλος µε 5ετή υπηρεσία.

          Στις κενές θέσεις δόκιµων εισηγητών διορίζονται οι απόφοιτοι

          του τµήµατος υποψηφίων εισηγητών του ΣΕ, της Εθνικής

          Σχολής ∆ικαστών.

 

          2.3. Οι αρµοδιότητες της Ολοµέλειας

          Η ολοµέλεια σύµφωνα µε τις ρητές διατάξεις του νόµου είναι

          αρµόδια ως εξής:

          α) Για κάθε υπόθεση την οποία εισάγει ενώπιον της ο

          πρόεδρος του ∆ικαστηρίου, λόγω µεγαλύτερης σπουδαιότητας,

          ιδίως όταν πρόκειται για θέµατα γενικότερης σηµασίας.

          β) Για υπόθεση ή ζήτηµα που παραπέµπεται ενώπιόν της µε

          απόφαση Τµήµατος, πενταµελούς ή επταµελούς σύνθεσης, για

          τους παραπάνω λόγους (βλ. α).

          γ) Για την επίλυση διαφωνίας ως προς την αρµοδιότητα µεταξύ

          δύο Τµηµάτων.

          Στην περίπτωση που η Ολοµέλεια επιλαµβάνεται µετά από

          παραποµπή µε απόφαση Τµήµατος (βλ. β), τότε µπορεί, αφού

          επιλύσει τα θέµατα γενικότερης σηµασίας, να κρατήσει και να

          εκδικάσει εξολοκλήρου την υπόθεση ή να την παραπέµψει για

          εκδίκαση στο αρµόδιο Τµήµα.

         

          2.4. ∆ιάκριση αρµοδιοτήτων.

          Οι αρµοδιότητες του Συµβουλίου της Επικρατείας, διακρί-

          νονται σε δικαστικές και σε διοικητικές.

          α) Οι δικαστικές αρµοδιότητες ασκούνται από την Ολοµέλεια

          και από τα Τµήµατα Α’ – ΣΤ’.

          β) Οι διοικητικές αρµοδιότητες ασκούνται ως ακολούθως:

          i) Η «επεξεργασία» των Π∆ που έχουν κανονιστικό χαρα-

          κτήρα, από το Τµήµα Ε’.

          ii) Η χορήγηση ή ορθότερα η έκδοση διαταγής αναστολής

          εκτέλεσης της διοικητικής πράξης που έχει προσβληθεί µε

          αίτηση ακύρωσης, από Επιτροπή που συγκροτείται κάθε φορά

          από τον πρόεδρο του Συµβουλίου της Επικρατείας ή του

          αρµόδιου Τµήµατος. Κατ’ άλλη άποψη, πρόκειται για δικαστική

          αρµοδιότητα.

          iii) Η κατάρτιση της ειδικής Εκθεσης για τις δραστηριότητες

          του Συµβουλίου της Επικρατείας, από Ειδική Επιτροπή.

          iv) Η παρακολούθηση της διοίκησης αν συµµορφώνεται στις

          αποφάσεις του Συµβουλίου της Επικρατείας, από την προη-

          γούµενη Ειδική Επιτροπή.

          v) Τέλος, σύµφωνα µε ρητές διατάξεις του Συντ. επιτρέπεται η

          ανάθεση στο Συµβούλιο της Επικρατείας και άλλων αρµοδιο-

          τήτων «διοικητικής φύσης», όπως θα ορίσει ο νόµος (άρθρα 94

          παρ. 4 και 95 παρ. 1), αλλά και η ανάθεση «διοικητικών κα-

          θηκόντων» στους δικαστικούς λειτουργούς του Συµβουλίου της

          Επικρατείας όπως ορίζει ο νόµος (άρθρο 89 παρ. 3, Συντ.)

          Οι αρµοδιότητες του Συµβουλίου της Επικρατείας απαριθ-

          µούνται στο Σύντ. ενδεικτικά («ιδίως») και όχι αποκλειστικά.

          Ετσι, ο κοινός νόµος µπορεί να προσθέσει ότι στο Συµβούλιο της

          Επικρατείας ανήκουν και άλλες δικαστικές ή διοικητικές

          αρµοδιότητες. Αντίθετα, δεν µπορεί να αφαιρέσει από το Συµ-

          βούλιο της Επικρατείας τις αρµοδιότητες που ρητά απαριθµεί το

          Σύντ.

         

           2.5. ∆ιάκριση δικαστηρίων-Υπεροχή ΣΕ

          Το Σύντ. διακρίνει τα δικαστήρια κατά την σειρά

          «διοικητικά, πολιτικά και ποινικά…» (άρθρο 93 παρ. 1) και στην

          συνέχεια αναγνωρίζει την υπερέχουσα θέση του Συµβουλίου της

          Επικρατείας, ορίζοντας ότι τόσο η αναίρεση κατά των αποφάσεων

          των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όσο και η εκδίκαση σε

          τελευταίο βαθµό των υποθέσεων ακυρωτικής αρµοδιότητας που

          έχουν υπαχθεί σε τακτικά διοικητικά δικαστήρια άλλου βαθµού

          υπάγονται σ’ αυτό. Πραγµατικά, η νοµολογία επισηµαίνει ότι «…

          η θέση του Συµβουλίου της Επικρατείας… είναι κ α ί ρ ι α στο

          σύστηµα του Κράτους ∆ικαίου που καθιερώνει το Σύνταγµα και

          η γενική ακυρωτική δικαιοδοσία του δικαστηρίου τούτου δεν

          αφήνεται από τον συντακτικό νοµοθέτη στην απόλυτη διάθεση

          του κοινού νοµοθέτη. Η δυνατότητα του κοινού νοµοθέτη να

          υπαγάγει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια… κατηγορίες

          ακυρωτικών διαφορών, καθώς και να υπαγάγει στα ίδια δικα-

          στήρια τις ουσιαστικές διοικητικές διαφορές… δεν µπορεί, κατά

          την έννοια των συνταγµατικών αυτών διατάξεων, να εκταθεί σε

          σηµείο που να καταλυθεί ή ν’ απορροφηθεί η γενική ακυρωτική

          δικαιοδοσία του Συµβουλίου της Επικρατείας η διατήρηση της

          οποίας τίθεται ως όριο στη σχετική νοµοθετική ευχέρεια» (ΑΕ∆

          85/1991, ΣΕ 1095/1987, 1871/1994 βλ. και ΑΕ∆ 12/1992).

          Εξάλλου, τονίζεται ότι «Οι διοικητικές πράξεις κατά των

          οποίων δεν έχει ή δεν θα έχει προβλεφθεί ειδικώς, δηλαδή µε τη

          µνεία του ειδικού αντικειµένου τους, µέσον προσβολής ενώπιον

          των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εξακολουθούν να εµπί-

          πτουν στη γενική ακυρωτική δικαιοδοσία του Συµβουλίου της

          Επικρατείας, υπό τους όρους κατά τους οποίους είναι παρα-

          δεκτή τυπικά και εξετάζεται κατ’ ουσίαν η αίτηση ακυρώσεως»

          (ΣΕ 1095/1987). ∆ιότι, βάσει των άρθρων 94 παρ. 1 και 95 του

          Συντ. το τεκµήριο της ακυρωτικής αρµοδιότητας συντρέχει

          πάντοτε υπέρ του Συµβουλίου της Επικρατείας (ΣΕ

          1315/1992).

          Χαρακτηριστική είναι η διατύπωση της διάκρισης «… κατά

          τα παγίως νοµολογηθέντα από το Συµβούλιο της Επικρατείας

          και τα ∆ιοικητικά ∆ικαστήρια….»

 

          3. ΕΝ∆ΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

           3.1. Αίτηση ακυρώσεως.

          Η αίτηση ακυρώσεως είναι το ένδικο βοήθηµα,2 το οποίο

          ασκείται µε ορισµένες προϋποθέσεις στο ΣΕ ή στο διοικητικό

          δικαστήριο που έχει αποκτήσει ειδική αρµοδιότητα και µε το

          οποίο επιδιώκεται η παροχή δικαστικής προστασίας µε την

          εξαφάνιση µιας διοικητικής πράξης, για ορισµένους λόγους που

          ανάγονται στην εξωτερική ή την εσωτερική νοµιµότητά της.

          3.1.1. Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης ακυ-

          ρώσεως.

          α) Ειδικές προϋποθέσεις: Τις ειδικές προϋποθέσεις του

          παραδεκτού της αίτησης ακυρώσεως και γενικότερα των ένδικων

          βοηθηµάτων καθορίζουν οι διατάξεις που ισχύουν κατά τον

          χρόνο της έκδοσης της διοικητικής πράξης. Αυτές χωρίζονται σε

          δύο κατηγορίες:

          i) Στις υποκειµενικές, που αναφέρονται στον αιτούντα και σε

          ορισµένες ενέργειές του. Σ’ αυτές περιλαµβάνονται η ύπαρξη

          έννοµου συµφέροντος, η τήρηση της ορισµένης προθεσµίας και

          η άσκηση της τυχόν προβλεπόµενης ενδικοφανούς προσφυγής.

          ii) Στις αντικειµενικές, που αναφέρονται στην προσβαλ-

          λόµενη πράξη και στην αρµοδιότητα του δικαστηρίου. Σ’ αυτές

          περιλαµβάνονται η φύση της προσβαλλόµενης πράξης και η

          έλλειψη παράλληλης προσφυγής.

          β) Γενικές υποκειµενικές υποθέσεις (πρέπει να συντρέχουν

          µε τις ειδικές για την άσκηση κάθε ένδικου βοηθήµατος). Αυτές

          είναι:

         

          2 Από τις διατάξεις της Πολιτικής ∆ικονοµίας και του Κ∆∆/µίας άρθρο 81 ως ένδικα µέσα

          χαρακτηρίζονται µόνο τα δικόγραφα µε τα οποία προσβάλλονται δικαστικές αποφάσεις.

 

          i)

          Η ικανότητα διαδίκου

          Η ικανότητα διαδίκου, στην περίπτωση αίτησης ακυρώσεως,

          συνίσταται στη δυνατότητα υποβολής της αίτησης. Την

          ικανότητα αυτήν έχουν όλοι όσοι κατά το αστικό ουσιαστικό

          δίκαιο έχουν ικανότητα δικαίου ή προσωπικότητα, δηλαδή όλα

          τα φυσικά και νοµικά πρόσωπα κάθε είδους, ανεξάρτητα από

          την ιθαγένεια, καθώς και το κυοφορούµενο.

          ii) Η ικανότητα για δικαστική παράσταση.

          Η ικανότητα για δικαστική παράσταση συνίσταται στη

          δυνατότητα εκείνου που έχει ικανότητα διαδίκου να επιχειρεί

          κάθε διαδικαστική πράξη στο δικό του όνοµα. Ικανότητα για

          δικαστική παράσταση έχουν όλα τα φυσικά πρόσωπα που έχουν

          και δικαιοπρακτική ικανότητα.

          iii) Το έννοµο συµφέρον.

          Το συµφέρον συνίσταται στη χρησιµότητα που έχει για τον

          αιτούντα η νοµική ρύθµιση (αποκατάσταση της νοµικής του

          κατάστασης που έχει διαταραχθεί από µία διοικητική πράξη), η

          οποία µπορεί να επέλθει µε την εξαφάνιση της προσβαλλόµενης

          πράξης ή την ακύρωση της παράλειψης. Εννοµο συµφέρον για

          την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως υπάρχει όταν συντρέχουν οι

          εξής δύο προϋποθέσεις: α) η προσβαλλόµενη πράξη έχει προκα-

          λέσει ηθική ή υλική βλάβη στον αιτούντα και β) ο αιτών υφί-

          σταται τη βλάβη αυτή µε ορισµένη ιδιότητα που αναγνωρίζεται

          από τους κανόνες του δικαίου, δηλαδή, να υπάρχει µια ειδική

          έννοµη σχέση του αιτούντος µε την προσβαλλόµενη πράξη.

          α)i) Η προθεσµία

          Για την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως τάσσεται

          προθεσµία 60 ηµερών. Εάν κατά την έναρξη της προθεσµίας ο

          αιτών διαµένει στο εξωτερικό, η προθεσµία παρεκτείνεται κατά

        30 µέρες (άρθρα 46 παρ. 3 και 41 παρ. 3). Με ειδικές διατάξεις

          είναι δυνατός ο καθορισµός βραχύτερης ή µακρότερης

          προθεσµίας. Η προθεσµία αυτή έχει «ανατρεπτικό» χαρακτήρα

          και συνεπώς η αίτηση ακυρώσεως µετά την πάροδό της είναι

          απαράδεκτη.

         

          α)i) Η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής.

          Όταν προβλέπεται η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής

          κατά ορισµένης διοικητικής πράξης η υποβολή της είναι

          αναγκαία προϋπόθεση για το παραδεκτό της αίτησης

          ακυρώσεως, η οποία είναι απαράδεκτη, εάν προηγουµένως δεν

          ασκηθεί η ενδικο-φανής προσφυγή, εφόσον στο σώµα της

          πράξης ή στο έγγραφο της κοινοποίησης της υπάρχει

          γνωστοποίηση ότι προβλέπεται τέτοια προσφυγή, η προθεσµία

          για την άσκησή της και το όργανο προς το οποίο πρέπει να

          ασκηθεί.

         

          α)ii) Η φύση της προσβαλλόµενης πράξης

          «Η αίτηση ακυρώσεως χωρίς µόνον κατά των εκτελεστών

          πράξεων των διοικητικών αρχών και των νοµικών προσώπων

          δηµοσίου δικαίου». Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται ως

          προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης ακυρώσεως η φύση

          της προσβαλλόµενης πράξης ως «διοικητικής», κανονιστικής ή

          ατοµικής (συστατικής ή διαπιστωτικής) κατά τις προαναφερό-

          µενες έννοιες, δηλαδή, της µονοµερούς δήλωσης διοικητικού

          οργάνου, που έχει το χαρακτηριστικό της εκτελεστότητας (µε

          την οποία θεσπίζεται ατοµικός ή απρόσωπος κανόνας δικαίου).

         

          α)ii) Η έλλειψη παράλληλης προσφυγής.

          Η αίτηση ακυρώσεως χωρεί κατά των διοικητικών πρά-

          ξεων που δεν υπόκεινται σε άλλο ένδικο µέσο διά της δικαστικής

          οδού. Το ένδικο βοήθηµα, η ύπαρξη του οποίου καθιστά την

          άσκηση αίτησης ακυρώσεως απαράδεκτη, και, κατά συνέπεια, η

          έλλειψη του οποίου αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της

          αίτησης ακυρώσεως, ονοµάζεται κατά την ορολογία που έχει

          επικρατήσει «παράλληλη προσφυγή». Ως θεωρητική δικαιολό-

          γηση αυτού του απαραδέκτου υποστηρίχθηκε η ιδέα, ότι η

          αίτηση ακυρώσεως συνιστά επικουρικό ένδικο βοήθηµα (recours

          subsidiaire), που ασκείται όταν δεν είναι δυνατή η άσκηση

          άλλου ένδικου βοηθήµατος. Φαίνεται όµως ότι στην καθιέρωση

          του απαραδέκτου αυτού οδήγησαν κυρίως πρακτικοί λόγοι, που

          επιβάλλουν τον περιορισµό της άσκησης αίτησης ακυρώσεως.

          Ηδη ορθώς υποστηρίζεται ότι δικαιολόγηση του απαραδέκτου

          αυτού είναι ο σεβασµός της αρµοδιότητας των δικαστηρίων, στα

          οποία µπορεί να ασκηθεί η παράλληλη προσφυγή και των

          αρχών βάσει των οποίων η αρµοδιότητα αυτή έχει καθορισθεί.

          Συνεπώς εκτός από την περίπτωση της προσφυγής σε διαιτητικό

          δικαστήριο, η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη λόγω καθ’

          ύλη αναρµοδιότητας του ΣΕ.

           

           3.1.2. Λόγοι ακύρωσης

          Σύµφωνα µε το άρθρο 48 του ∆/τος 18/1989 λόγοι που

          θεµελιώνουν την αίτηση ακυρώσεως και συνεπώς επιφέρουν την

          ακύρωση της προσβαλλόµενης πράξης (δηλαδή λόγοι ακυρώ-

          σεως) είναι:

          α) η αναρµοδιότητα της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την

          πράξη.

        β) η παράβαση ουσιώδους τύπου που έχει ταχθεί για την

          ενέργεια της πράξης.

          γ) η παράβαση κατ’ ουσία διάταξης νόµου

          δ) η κατάχρηση εξουσίας3

           

          α) Αναρµοδιότητα

          Αναρµοδιότητα είναι η έλλειψη αρµοδιότητας του οργάνου

          που εξέδωσε την προσβαλλόµενη πράξη, δηλαδή, η έλλειψη της

          νόµιµης ικανότητάς του να εκδώσει την πράξη. Αναρµοδιότητα

          µπορεί να υπάρχει µε δύο έννοιες είτε ότι:

          α) για την έκδοση της πράξης αρµόδιο είναι άλλο διοικη-

          τικό όργανο είτε ότι

          β) κανένα διοικητικό όργανο δεν είναι αρµόδιο.

           

           

          β) Παράβαση ουσιώδους τύπου

          Οι κανόνες της διοικητικής διαδικασίας καθορίζουν τις

          ενέργειες των διοικητικών οργάνων ή και των διοικουµένων που

          είναι αναγκαίες για την έκδοση της διοικητικής πράξης. Απ’

          αυτές, οι διαδικαστικές ενέργειες, στις οποίες πρέπει να προβούν

          τα διοικητικά όργανα, αναφέρονται ως τ ύ π ο ι, τόσο από τη

          νοµοθεσία όσο και από τη νοµολογία και τη θεωρία σε σχέση µε

          τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Ο λόγος ακυ-

          ρώσεως «παράβαση ουσιώδους τύπου, που έχει ταχθεί για την

          ενέργεια της πράξης» και προβλέπεται από το άρθρο 48 του

          ∆./τος 18/1989, συνίσταται ακριβώς στην παράβαση των

          προαναφεροµένων διαδικαστικών κανόνων, που συντελείται µε

         

          3 Η κατάταξη των λόγων ακύρωσης έγινε από τον Laserriere ύστερα από συστηµατική

          ανάλυση της νοµολογίας του Conseil dEtat.

        την παράλειψη ή την πληµµελή τέλεση των προβλεποµένων

          ενεργειών.

         

          γ) Παράβαση νόµου.

          Αυτός ο λόγος ακυρώσεως συνίσταται στην παράβαση των

          κανόνων δικαίου, οι οποίοι είναι αµέσως ή εµµέσως σχετικοί µε

          το ρυθµιστικό περιεχόµενο της διοικητικής πράξης και πηγά-

          ζουν από οποιαδήποτε πηγή του διοικητικού δικαίου, δηλαδή

          από το Σύνταγµα απευθείας, το συνταγµατικό έθιµο, το διεθνές

          δίκαιο, το ΕΚ∆, τις νοµοθετικές πράξεις, τις κανονιστικές πρά-

          ξεις, τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου και τους

          λεπτοµερειακούς νοµολογιακούς κανόνες.

          δ) Κατάχρηση εξουσίας.

          Αυτός ο λόγος αφορά τις ατοµικές διοικητικές πράξεις και

          αναφέρεται στην εσωτερική νοµιµότητα τους και θεµελιώνει την

         

          αίτηση ακυρώσεως. 4

          Η ∆ιοίκηση ασκεί τις αρµοδιότητές της πάντοτε για την

          εξυπηρέτηση ενός σκοπού δηµόσιου συµφέροντος. Συνεπώς, και

          η διοικητική πράξη πρέπει να εκδίδεται για την εξυπηρέτηση

          του σκοπού δηµόσιου συµφέροντος που καθορίζεται από τους

          κανόνες δικαίου, οι οποίοι προβλέπουν την έκδοση της. Η

          κατάχρηση εξουσίας στοιχειοθετείται, όταν η ρύθµιση που

          θεσπίζεται µε την πράξη είναι µεν σε αρµονία µε τους κανόνες

          που προβλέπουν την έκδοσή της, αλλά το διοικητικό όργανο τη

          θέσπισε ενόψει της επιδίωξης είτε: α) ενός σκοπού τελείως ξένου

         

          4 Η σχετική νοµοθετική διάταξη (∆/µα 18/1989, άρθρο 48) δίνει τον ορισµό, αναφέροντας

          ότι κατάχρηση εξουσίας υπάρχει όταν η διοικητική πράξη «φέρει µεν καθ’ εαυτήν όλα τα

          στοιχεία της νοµιµότητας, γίνεται όµως για σκοπό καταδήλως άλλον από εκείνον για τον

          οποίον έχει νοµοθετηθεί».

        προς το δηµόσιο συµφέρον (ικανοποίηση πολιτικών ή ιδεολο-

          γικών παθών) ή ιδιωτικών συµφερόντων είτε β) ενός σκοπού, ο

          οποίος έχει µεν σχέση µε την εξυπηρέτηση του δηµόσιου

          συµφέροντος, είναι όµως άλλος από εκείνον τον οποίον καθο-

          ρίζουν οι διατάξεις που επιτρέπουν την έκδοση της πράξης.

         

          3.2. Αίτηση αναιρέσεως.

          Η αίτηση αναιρέσεως είναι το ένδικο µέσο που ασκείται στο

          ΣΕ, µε το οποίο επιδιώκεται ο έλεγχος της ορθότητας, από

          άποψη ουσιαστικού και δικονοµικού δικαίου, µιας τελεσίδικης

          απόφασης διοικητικού δικαστηρίου.

          3.2.1. Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναιρέσεως.

          Εκτός από τις γενικές υποκειµενικές προϋποθέσεις για

          την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου βοηθήµατος (βλ. παραπάνω:

          3.1.1.β), για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως προβλέπονται

          από τις σχετικές διατάξεις οι εξής ειδικές υποκειµενικές και

          αντικειµενικές προϋποθέσεις:

         

          α) Το έννοµο συµφέρον

         

          Εννοµο συµφέρον νοµιµοποιείται να ασκήσει αίτηση

          αναιρέσεως, εκείνος που ήταν διάδικος στη δίκη, κατά την οποία

          εκδόθηκε η δικαστική απόφαση που είναι δεκτική αναίρεσης

          και βλάπτεται από αυτήν.

          β) Προθεσµία.

          Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να ασκηθεί, από εκείνον

          που έχει έννοµο συµφέρον, µέσα σε ανατρεπτική προθεσµία 60

          ηµερών, που παρεκτείνεται κατά 30 ηµέρες για όσους διαµένουν

          στην αλλοδαπή. Με ειδικές διατάξεις είναι δυνατό να καθορι-

          σθούν βραχύτερες ή µακρύτερες προθεσµίες. Πάντως, η αίτηση

        αναιρέσεως δεν µπορεί να ασκηθεί µετά την πάροδο τριών µηνών

          από τη δηµοσίευση της απόφασης.

          γ) Ο χαρακτήρας της αναιρεσιβαλλόµενης απόφασης.

          Σε αίτηση αναιρέσεως υπόκεινται µόνον οι δικαστικές

          αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων.

         

          3.2.2. Λόγοι αναιρέσεως

          Σύµφωνα µε το άρθρο 56 το ∆/τος 18/1989, οι λόγοι

          αναιρέσεως είναι:

          α) Υπέρβαση καθηκόντων ή καθ’ ύλη αναρµοδιότητα του

          δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόµενη απόφαση.

          Με τον όρο «καθήκοντα» νοείται η αρµοδιότητα του

          δηµόσιου οργάνου σε σχέση µε την «εξουσία», στην οποία

          ανήκει. Συνεπώς, υπέρβαση καθηκόντων υπάρχει όταν ένα

          διοικητικό δικαστήριο µε την απόφασή του θέσπισε µια

          ρύθµιση, η θέσπιση της οποίας ανήκει στην αρµοδιότητα των

          διοικητικών ή των νοµοθετικών οργάνων.

          Ως «αρµοδιότητα» διοικητικού δικαστηρίου νοείται ο

          κύκλος των υποθέσεων που υπάγονται σ’ αυτό, βάσει των

          σχετικών διατάξεων. Η «καθ’ ύλη αναρµοδιότητα» µπορεί να

          εµφανιστεί µε τις εξής δύο µορφές:

          1) κανένα διοικητικό δικαστήριο δεν έχει αρµοδιότητα να

          εκδικάσει την υπόθεση στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλό-

          µενη απόφαση. Στην περίπτωση αυτήν η αναρµοδιότητα λέγεται

          και «έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας», που συντρέχει διότι η

          υπόθεση έχει εξαιρεθεί από τη δικαιοδοσία των διοικητικών

          δικαστηρίων. Μετά την υπαγωγή όλων των διοικητικών διαφορών

          ουσίας στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, έλλειψη

          δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν η διαφορά, την οποία δίκασε το

        δικαστήριο δεν είχε χαρακτήρα διοικητικής διαφοράς, αλλά

          διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, που υπάγεται στην αποκλειστική

          δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

          2) Για την επίλυση της διαφοράς είναι καθ’ ύλη αρµόδιο

          άλλο διοικητικό δικαστήριο και όχι εκείνο που εξέδωσε την

          αναιρεισιβαλλόµενη απόφαση.

          β) µη νόµιµη συγκρότηση ή κακή σύνθεση του δικα-

          στηρίου.

          Όπως θα έπρεπε να είναι σύµφωνα µε τις καθιερωµένες

          συνθήκες και τους καθιερωµένους κανόνες.

          γ) Παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας.

          Η διαδικασία της έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων έχει

          σηµασία πολύ µεγαλύτερη από τη διαδικασία της έκδοσης των

          διοικητικών πράξεων.

          Οι κανόνες δικαίου που ρυθµίζουν τη διαδικασία,

          δηλαδή, οι κανόνες της διοικητικής δικονοµίας, καθορίζουν τις

          προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας από τα

          διοικητικά δικαστήρια και ειδικότερα τις πράξεις των διαδίκων

          του δικαστηρίου («διαδικαστικές πράξεις»), οι οποίες απαρτίζουν

          τη διοικητική δίκη και καταλήγουν στην έκδοση της δικαστικής

          απόφασης. Κύριος δε σκοπός της διαδικασίας εκτός από την

          παροχή δικαστικής προστασίας στους διοικουµένους είναι η

          προστασία των διαδίκων, δηλαδή, η εξασφάλιση σ’ αυτούς των

          προϋποθέσεων καλύτερης υπεράσπισης των δικαιωµάτων τους,

          αλλά και η παροχή δυνατότητας άσκησης του αναιρετικού

          ελέγχου.

          Ως παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας νοείται η

          µη τήρηση των κανόνων εκείνων της διοικητικής δικονοµίας, οι

          οποίοι αναφέρονται στους κύριους αυτούς σκοπούς της.

        δ) Η εσφαλµένη ερµηνεία ή πληµµελής εφαρµογή των

          κανόνων που διέπουν την επίδικη σχέση (παράβαση νόµου)5.

          Ο λόγος αυτός αφορά τη µείζονα πρόταση του δικανικού

          συλλογισµού της ελεγχόµενης απόφασης και την ορθή υπαγωγή

          των πραγµατικών περιστατικών σ’ αυτήν. Ο λόγος αυτός µπορεί

          να αφορά:

          i)

          την ισχύ του κανόνα δικαίου που εφαρµόστηκε.

          ii)

          το άσχετο της διάταξης µε την υπόθεση που

          κρίθηκε.

          iii)

          Τον καθορισµό του περιεχοµένου του κανόνα που

          εφαρµόστηκε για τον σχηµατισµό της µείζονας

          πρότασης του συλλογισµού της απόφασης.

          iv)

          Τον χαρακτηρισµό των πραγµατικών περιστατικών

          που έχουν διαπιστωθεί ότι αποτελούν τις απαιτού-

          µενες από τον εφαρµοζόµενο κανόνα δικαίου προϋ-

          ποθέσεις.

          v)

          το συµπέρασµα από την υπαγωγή στον κανόνα

          δικαίου των πραγµατικών περιστατικών που χαρα-

          κτηρίστηκαν ορθά ως προϋποθέσεις εφαρµογής του,

          δηλαδή τον καθορισµό των συνεπειών της υπαγωγής

          αυτής.

          ε) Η ύπαρξη δύο ή περισσότερων τελεσίδικων αποφάσεων

          που αντιφάσκουν µεταξύ τους. (∆ηλαδή η παράβαση του δε-

          δικασµένου.

          Όταν η κρίση της αναιρεσιβαλλόµενης απόφασης είναι

          αντίθετη προς το δεδικασµένο που προκύπτει από άλλη

         

          5 Ο κανόνας δικαίου, που διέπει την επίδικη σχέση και του οποίου ελέγχεται η εσφαλµένη

          ερµηνεία ή η πληµµελής εφαρµογή, µπορεί να πηγάζει από οποιαδήποτε πηγή του

          διοικητικού δικαίου.

          (προηγούµενη) δικαστική απόφαση, η δεύτερη απόφαση είναι

          αναιρετέα.

         

          4. Η ∆ΙΑ∆ΙΚΑΣΙΑ

          4.1. Η άσκηση των ένδικων βοηθηµάτων.

          4.1.1. Το δικόγραφο

          Τα εισαγωγικά της δίκης ένδικα βοηθήµατα στο ΣΕ

          (αίτηση ακυρώσεως, αναιρέσεως και προσφυγή) ασκούνται µε

          κατάθεση δικογράφου.6

          Το δικόγραφο πρέπει να περιέχει ορισµένα στοιχεία και

          ειδικότερα: το όνοµα και τη διεύθυνση αυτού που ασκεί το

          ένδικο βοήθηµα, την προσβαλλόµενη πράξη ή απόφαση, τους

          συγκεκριµένους λόγους, στους οποίους στηρίζεται το ένδικο

          βοήθηµα και προβάλλονται µε έννοµο συµφέρον και χρονο-

          λογία. Η κατάθεση της αίτησης ακυρώσεως και της προσφυγής

          γίνεται µε παράδοση του πρωτοτύπου του δικογράφου στη

          γραµµατεία του ΣΕ ή σε οποιαδήποτε δηµόσια διοικητική αρχή

          (π.χ. αστυνοµικό τµήµα) ή σε δικαστική αρχή (π.χ. το ειρη-

          νοδικείο) για αποστολή στο ΣΕ. Η αίτηση αναιρέσεως κα-

          τατίθεται στη γραµµατεία του διοικητικού δικαστηρίου που έχει

          εκδώσει την αναιρεσιβαλλόµενη απόφαση και συντάσσεται

          σχετική πράξη επί του δικογράφου ή σε ιδιαίτερο έγγραφο στην

          οποία πρέπει απαραιτήτως να αναφέρεται ο αριθµός πρω-

          τοκόλλου και η ηµεροµηνία πρωτοκόλλησης στο βιβλίο

         

          6 ∆ικόγραφο είναι το έγγραφο που καταρτίζεται από τον διάδικο ή τον νόµιµο αντιπρόσωπο

          του ή τον πληρεξούσιό του για τη διενέργεια µιας διαδικαστικής πράξης και κατατίθεται

          στο δικαστήριο ή επιδίδεται στον άλλο διάδικο.

          εισερχοµένων του δικαστηρίου, διαφορετικά δηµιουργείται

          απαράδεκτο.7

          Το δικόγραφο πρέπει να φέρει τα νόµιµα ένσηµα. Πρέπει

          συγχρόνως να καταβάλλονται και τα τέλη εγγραφής στο πινά-

          κιο καθώς και τα τέλη των πρακτικών και της απόφασης και το

          παράβολο. Μαζί µε το πρωτότυπο του δικόγραφου υποβάλ-

          λονται και δύο αντίγραφα της προσβαλλόµενης ατοµικής

          διοικητικής πράξης. Εως ότου υποβληθούν τα αντίγραφα, µπο-

          ρεί να καθυστερήσει ο καθορισµός της δικασίµου.

         

           

          4.1.2. Οι διάδικοι

          Με την άσκηση του ένδικου βοηθήµατος αρχίζει η δίκη στο

          ΣΕ και καθίστανται διάδικοι:

          α) Στην περίπτωση της αίτησης ακυρώσεως ή υπαλληλικής

          προσφυγής, ο αιτών ή ο προσφεύγων και ο υπουργός στον οποίο

          υπάγεται η αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόµενη πράξη ή το

          δηµόσιο νοµικό πρόσωπο, το όργανο του οποίου εξέδωσε την

          πράξη και ο υπουργός που ασκεί εποπτεία αν έχει εγκρίνει την

          πράξη.

          β) Στην περίπτωση της αίτησης αναιρέσεως, οι διάδικοι (µαζί

          µε όποιον άσκησε παρέµβαση) στην δίκη κατά την οποία

          εκδόθηκε η προσβαλλόµενη απόφαση.

          ∆εύτερη αίτηση ακυρώσεως, αναιρέσεως ή προσφυγής από

          το ίδιο πρόσωπο κατά της ίδιας διοικητικής πράξης ή

          τελεσίδικης απόφασης είναι απαράδεκτη, εκτός αν έγινε

          παραίτηση από το δικόγραφο της πρώτης αίτησης, οπότε

         

          7 Αποκλείεται οποιοσδήποτε άλλος τρόπος κατάθεσης των ένδικων βοηθηµάτων και

          ειδικότερα η αποστολή τους στη γραµµατεία του ΣΕ µε συστηµένη επιστολή (ΣΕ 4173, 4330/1986, 3610/1995).

        θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε. Η προθεσµία για την άσκηση τους

          και η άσκησή τους δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της

          προσβαλλόµενης πράξης ή απόφασης αντιστοίχως.

         

          4.1.3. Η αναστολή

          Ειδικά στην περίπτωση της αίτησης ακυρώσεως, µετά την

          υποβολή της, µπορεί ο υπουργός ή το όργανο, το οποίο διοικεί

          το δηµόσιο νοµικό πρόσωπο που εξέδωσε την πράξη, να

          διατάξουν την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόµενης

          πράξης. Αλλά και εκείνος που άσκησε την αίτηση ακυρώσεως ή

          υπαλληλική προσφυγή πλην των περιπτώσεων κατά πράξεων

          απόλυσης ή υποβιβασµού µπορεί, εφόσον δεν χωρεί αίτηση

          ασφαλιστικών µέτρων, µετά την κατάθεση της αίτησης ή της

          προσφυγής, µε ιδιαίτερη αίτησή του προς το ΣΕ, να ζητήσει την

          αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόµενης διοικητικής

          πράξης. Η αίτηση αναστολής δικάζεται από επιτροπή που συγ-

          κροτείται κάθε φορά από τον Πρόεδρο του ΣΕ ή του αρµόδιου

          τµήµατος και απαρτίζεται από τον ίδιο ή τον νόµιµο αναπληρωτή

          του, τον εισηγητή της υπόθεσης και ένα σύµβουλο. Η αίτηση

          αναστολής στρέφεται καταρχήν κατά ρητής, ατοµικής πράξης, η

          οποία δεν έχει ακόµα εκτελεσθεί κατά το σηµαντικότερο µέρος

          της και πρέπει να περιέχει συγκεκριµένους λόγους, οι οποίοι να

          δικαιολογούν την αναστολή. Η αναστολή χορηγείται, όταν η

          εκτέλεση της πράξης µπορεί µε τη δηµιουργία µιας

          πραγµατικής κατάστασης να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ή

          δύσκολα επανορ-θώσιµη βλάβη, η οποία:

          i)

          είναι άµεση και συγκεκριµένη

          ii)

          δεν στηρίζεται σε δικαίωµα τρίτου

          iii)

          αποδεικνύεται από τον αιτούντα ή προκύπτει από

          τα στοιχεία του φακέλου.

          Η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών για την αναστολή

          της πράξης δεσµεύει τη ∆ιοίκηση και δεν επιτρέπεται η έκδοση

          νέας διοικητικής πράξης, η οποία χωρίς να αντικαθιστά την

          προσβληθείσα, αποσκοπεί απλώς στο να εξουδετερώσει το ανα-

          σταλτικό αποτέλεσµα.

          Στην αίτηση αναιρέσεως δεν προβλέπεται διαδικασία

          αναστολής της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης που έχει

          αναιρεσιβληθεί, εκτός από εξαίρεση που ορίζουν ειδικές δια-

          τάξεις.

          Ο Πρόεδρος του ΣΕ ή του αρµόδιου Τµήµατος µπορεί

          µε την κατάθεση της αιτήσεως να εκδώσει προσωρινή δια-

          ταγή αναστολής εκτελέσεως. Η προσωρινή διαταγή ισχύει µέχρι

          την έκδοση της απόφασης επί της αιτήσεως αναστολής και

          µπορεί να ανακληθεί µε πράξη του Προέδρου του ΣΕ ή του

          αντιπροέδρου που εξέδωσε, µετά από αίτηση της διοικητικής

          αρχής ή τρίτου ή και αυτεπαγγέλτως. Μετά την απόφαση της

          Επιτροπής Αναστολών, µε την οποία η αίτηση αναστολής

          απορρίπτεται ή γίνεται δεκτή, µπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση

          για χορήγηση αναστολής από εκείνον που άσκησε την αίτηση

          ακυρώσεως.

         

          4.2. Η λοιπή προδικασία

          4.2.1 Εισηγητές

          Μετά την κατάθεση του ένδικου βοηθήµατος, ο Πρόεδρος

          του ΣΕ, όταν πρόκειται για υποθέσεις που έχουν υπαχθεί στην

          αρµοδιότητα της Ολοµέλειας ή ο πρόεδρος του αρµόδιου

          τµήµατος, για τις υποθέσεις που έχουν υπαχθεί στο τµήµα αυτό,

          ορίζει µε πράξεις του ως εισηγητή της υπόθεσης ένα σύµβουλο ή

          έναν πάρεδρο, οποιουδήποτε τµήµατος, στην πρώτη περίπτωση

          ή του αρµόδιου τµήµατος στη δεύτερη περίπτωση, καθώς και

          έναν εισηγητή ως βοηθό εισηγητή του συµβούλου και ενδεχο-

          µένως του παρέδρου αυτού. Με την ίδια πράξη ορίζεται και η

          δικάσιµος. Ο εισηγητής της υπόθεσης, µε τη βοήθεια του βοη-

          θού εισηγητή φροντίζει για τη συγκέντρωση κάθε στοιχείου που

          είναι χρήσιµο για την διάγνωση της υπόθεσης. Για τον σκοπό

          αυτόν µπορεί να ζητεί από τους διαδίκους την προσαγωγή

          στοιχείων που λείπουν ή θεωρούνται χρήσιµα.

         

          4.2.2. Προεξέταση

          Οι διατάξεις του άρθρου 33 του Ν. 2721/1999 προβλέπουν

          την προεξέταση (διήθηση) των ενδίκων βοηθηµάτων, η οποία

          γίνεται από τον πενταµελή σχηµατισµό του Τµήµατος που είναι

          αρµόδιο για την εκδίκασή τους. Ετσι εάν το ένδικο βοήθηµα

          (αίτηση ακυρώσεως παρέµβαση, τριτανακοπή, αίτηση διόρθωσης

          ή ερµηνείας) είναι προφανώς απαράδεκτο ή αβάσιµο ή έχει

          ασκηθεί χωρίς την καταβολή των τελών ή του παραβόλου ή

          έχει εισαχθεί αναρµοδίως στο ΣΕ, εισάγεται στον σχηµατισµό

          αυτόν, ο οποίος µπορεί µε απόφασή του που λαµβάνει σε

          Συµβούλιο να απορρίψει το ένδικο βοήθηµα ή να το

          παραπέµψει στο αρµόδιο διοικητικό δικαστήριο.

          Η απόφαση κοινοποιείται σ’ αυτόν που άσκησε το ένδικο

          βοήθηµα, ο οποίος µπορεί µέσα σε προθεσµία 30 ηµερών να

          υποβάλει αίτηση για την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροα-

          τήριο, καταβάλλει δε ειδικό επί πλέον παράβολο, τριπλάσιο από

          το κατά περίπτωση προβλεπόµενο. Στην περίπτωση αυτή παύει

        να ισχύει η προηγούµενη απόφαση και η υπόθεση εισάγεται, µε

          πράξη του Προέδρου, προς συζήτηση στον αρµόδιο σχηµατισµό.

         

          4.3.2. Κοινοποιήσεις

          Αντίγραφο του δικογράφου του ένδικου βοηθήµατος που

          έχει κατατεθεί και έχει τη χρονολογία κατάθεσης, καθώς και της

          πράξης προσδιορισµού της δικασίµου και ορισµού του εισηγητή

          κοινοποιούνται µε επιµέλεια της γραµµατείας του ΣΕ ως εξής:

         

          α) της αίτησης ακυρώσεως και της υπαλληλικής προσφυ-

          γής, τουλάχιστον 30 µέρες πριν από τη δικάσιµο:

          i)

          εάν στρέφεται κατά πράξης κρατικής αρχής,

          στον αρµόδιο υπουργό.

          ii)

          εάν στρέφεται κατά πράξης ΟΤΑ ή άλλου

          δηµόσιου νοµικού προσώπου, στον ΟΤΑ ή στο

          νοµικό πρόσωπο, αντίστοιχα και στον εποπτεύ-

          οντα υπουργό ή τον υπουργό που έχει τυχόν

          εγκρίνει την προσβαλλόµενη πράξη.

         

          β) της αίτησης αναιρέσεως, 60 τουλάχιστον ηµέρες πριν

          από τη δικάσιµο, στον δικηγόρο ή τον εκπρόσωπο του ∆ηµοσίου

          ή του ΝΠ∆∆ που υπογράφει το δικόγραφο της αναιρέσεως που

          στη συνέχεια έχουν υποχρέωση να κοινοποιήσουν τα ίδια

          έγγραφα, 20 τουλάχιστον ηµέρες πριν από τη δικάσιµο, στον

          αναιρεσίβλητο ή στους καθολικούς διαδόχους του.

          Επίσης στην αίτηση ακυρώσεως, αντίγραφό της κοινοποιεί-

          ται µε επιµέλεια του εισηγητή σε κάθε τρίτο, ο οποίος ενδεχοµέ-

          νως θα υποστεί βλάβη από την ακυρωτική απόφαση που θα

          εκδοθεί.

          4.2.4. Εισήγηση-πρόσθετοι λόγοι-παρέµβαση-παραίτηση-

           βίαιη διακοπή.

          Το ∆ηµόσιο ή άλλο δηµόσιο νοµικό πρόσωπο, στο οποίο

          κοινοποιήθηκε, κατά τα προαναφερόµενα, η αίτηση ακυρώσεως

          ή η υπαλληλική προσφυγή, έχει υποχρέωση να στείλει στον

          εισηγητή της υπόθεσης, τουλάχιστον 30 ηµέρες πριν από τη

          δικάσιµο έκθεση για την υπόθεση και τον σχετικό φάκελλο. Η

          έκθεση πρέπει να περιέχει τις απόψεις της ∆ιοίκησης για κάθε

          έναν από τους προβαλλόµενους λόγους και να διευκρινίζει

          σαφώς τα αντίστοιχα πραγµατικά περιστατικά. Για το ενδεχόµενο

          παράλειψης ή καθυστέρησης της ∆ιοίκησης να στείλει τον

          φάκελλο της υπόθεσης στο ΣΕ ή να παράσχει τις πληροφορίες

          που ζητήθηκαν, οπότε καθυστερεί η εκδίκαση της αίτησης

          ακυρώσεως ή της υπαλληλικής προσφυγής, προβλέπεται ρητώς

          ειδικό πειθαρχικό αδίκηµα των αρµόδιων για την εκτέλεση των

          υποχρεώσεων αυτών υπαλλήλων. Το ΣΕ µπορεί να εκδώσει και

          προδικαστική απόφαση, µε την οποία µπορεί να διατάσσει την

          ∆ιοίκηση να στείλει τον φάκελλο ή τις πληροφορίες που

          ζητήθηκαν. Εάν η διοικητική αρχή εξακολουθεί να µη στέλνει

          τον φάκελλο της υπόθεσης, δηµιουργείται τεκµήριο ότι συνοµο-

          λογεί τα πραγµατικά περιστατικά, τα οποία αναφέρει ο αιτών.

         

          Κατά τη διάρκεια της προδικασίας, οι αντίδικοι µπορούν

          να λάβουν γνώση του φακέλλου της υπόθεσης και να ανταλ-

          λάξουν απόψεις µε τον βοηθό εισηγητή και τον εισηγητή, καθώς

          και να υποβάλουν στοιχεία και υποµνήµατα.8 Τόσο ο βοηθός

         

          8 Πριν από τη δικάσιµο, κάθε διάδικος µπορεί, κατά την κρίση του, να υποβάλλει

          υποµνήµατα, στα οποία αναπτύσσει τους ισχυρισµούς του ή µε τα οποία προσκοµίζει νέα

          κρίσιµα στοιχεία για συµπλήρωση του φακέλλου της υπόθεσης. Ετσι ο διάδικος, που έχει

          ασκήσει το ένδικο βοήθηµα αναπτύσσει επιχειρήµατα για την υποστήριξη των λόγων

          ακυρώσεως ή αναιρέσεως ή της προσφυγής, τα οποία περιλαµβάνονται στο αντίστοιχο

          δικόγραφο που έχει και θέσει. (ΣΕ 1644/1997)

                      εισηγητής όσο και ο εισηγητής συντάσσουν εµπεριστατωµένη

          έκθεση (που συνήθως ονοµάζεται εισήγηση), στην οποία, εκτός

          από τα στοιχεία της υπόθεσης, αναφέρεται και η αιτιολογηµένη

          γνώµη τους. Η εισήγηση περιέχει το ιστορικό της υπόθεσης και

          τα ζητήµατα που προκύπτουν και εξετάζει το παραδεκτό του

          ένδικου βοηθήµατος και τους προβαλλόµενους λόγους ακυρώ-

          σεως ή αναιρέσεως, καθώς και τους λόγους που εξετάζονται

          αυτεπαγγέλτως.

          Το βραδύτερο 15 «πλήρεις»9 ηµέρες πριν από την

          συζήτηση, εκείνος που άσκησε το ένδικο βοήθηµα µπορεί να

          προβάλει πρόσθετους λόγους ακυρώσεως ή αναιρέσεως ή

          θεµελίωσης της προσφυγής, συναφείς προς τους λόγους που

          έχουν ήδη προβληθεί µε το εισαγωγικό δικόγραφο ή νέους.

          Μετά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης από τον αρµόδιο

          σχηµατισµό του ΣΕ, είναι απαράδεκτη η υποβολή πρόσθετων

          λόγων, είτε στον ίδιο είτε στον ανώτερο σχηµατισµό που

          παραπέµφθηκε η υπόθεση λόγω σπουδαιότητας και όχι λόγω

          αρµοδιότητας (ΣΕ 2325/1984, 2212/1993).

          Σε δίκη σχετική µε αίτηση ακυρώσεως ή υπαλληλική

          προσφυγή, µπορεί να παρέµβει και πρόσωπο που είναι τρίτο σε

          σχέση µε τους αρχικούς διαδίκους, το οποίο µε την άσκηση της

          παρέµβασης γίνεται διάδικος. Η παρέµβαση ασκείται µε δικό-

          γραφο, που κατατίθεται στη γραµµατεία του ΣΕ και κοινοποι-

          είται µε την επιµέλεια του παρεµβαίνοντος, σε επίσηµο αντί-

          γραφο στους διαδίκους, το βραδύτερο 6 «πλήρεις» ηµέρες πριν

          από τη συζήτηση.

         

          9 Με τον όρο «πλήρεις» νοείται ότι στην προθεσµία δεν περιλαµβάνονται οι ηµέρες

          κατάθεσης και κοινοποίησης καθώς και η µέρα της συζήτησης.

         

          Κατά το στάδιο της προδικασίας, καθώς και στο ακροατή-

          ριο πριν από τη συζήτηση, εκείνος που άσκησε το ένδικο

          βοήθηµα µπορεί να παραιτηθεί από αυτό. Η παραίτηση κατά

          την προδικασία γίνεται µε δήλωση που κατατίθεται στη

          γραµµατεία του ΣΕ ή µε δήλωση σε συµβολαιογράφο, που

          περιέρχεται στο ΣΕ πριν από την τελική συζήτηση. Στο ακροα-

          τήριο η παραίτηση γίνεται προφορικά.

          Βίαιη διακοπή της δίκης επέρχεται:

          α) µε τον θάνατο του προσώπου που άσκησε την αίτηση

          ακυρώσεως ή, εάν πρόκειται για νοµικό πρόσωπο, µε τη διάλυση

          ή κατάργησή του.

          β) µε τον θάνατο του προσώπου που άσκησε υπαλληλική

          προσφυγή.

          γ) µε τον θάνατο του φυσικού προσώπου ή τη διάλυση ή

          κατάργηση του νοµικού προσώπου που άσκησε αρχικά το

          ένδικο βοήθηµα, που είναι σχετικό µε την αναιρεσιβαλλόµενη

          απόφαση, είτε το πρόσωπο αυτό είναι ο αναιρεσείων είτε είναι ο

          αναιρεσίβλητος.

          Η δίκη που διακόπηκε συνεχίζεται µετά από σχετική

          δήλωση του προσώπου που έχει έννοµο συµφέρον, η οποία

          γίνεται µε δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραµµατεία του ΣΕ

          πριν από την συζήτηση ή προφορικά στο ακροατήριο.

          Εάν δεν ζητηθεί, κατά τα προαναφερόµενα, η συνέχιση

          της δίκης, η συζήτηση αναβάλλεται αυτεπαγγέλτως για εύλογο

          χρονικό διάστηµα, για να δοθεί σ’ εκείνους που έχουν έννοµο

          συµφέρον ο χρόνος να πληροφορηθούν τη δίκη και να

          ενεργήσουν για τη συνέχισή της.

         

          4.3. Η κύρια διαδικασία

 

          Η κύρια διαδικασία περιλαµβάνει τη συζήτηση στο

          ακροατήριο και την έκδοση της απόφασης. Κατά τη δικάσιµο, οι

          υποθέσεις προεκφωνούνται κατά το πινάκιο και συζητούνται οι

          υποθέσεις που δεν αναβάλλονται ή για τις οποίες η δίκη δεν

          καταργήθηκε ή δεν καταργείται λόγω παραίτησης από το

          δικόγραφο ή λόγω βιαίας διακοπής.

         

          4.3.1. Η συζήτηση.

          Η συζήτηση της υπόθεσης αρχίζει µε την ανάγνωση και

          ανάπτυξη από τον εισηγητή της σχετικής έκθεσης. Στη συνέχεια

          αγορεύει ο πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου που άσκησε

          αίτηση ακυρώσεως ή προσφυγή, αναπτύσσοντας τους λόγους

          που έχουν προβληθεί µε το κύριο δικόγραφο, καθώς και µε το

          δικόγραφο των πρόσθετων λόγων που τυχόν έχει κατατεθεί και

          κατόπιν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του τυχόν παρεµβαίνοντος

          και ο δικαστικός αντιπρόσωπος της διοικητικής αρχής ή ο

          πληρεξούσιος δικηγόρος του διάδικου δηµόσιου νοµικού προ-

          σώπου, που αναπτύσσουν επιχειρήµατα για την απόρριψη του

          ένδικου βοηθήµατος.10

         

          4.3.2. Οι αποφάσεις.

          Μετά τη συζήτηση, η υπόθεση εισάγεται στη διάσκεψη του

          δικαστικού σχηµατισµού που την εκδίκασε, στην οποία πρέπει

          αναγκαίως να µετέχουν όλοι οι δικαστές που µετείχαν και στη

          συζήτηση. Στη διάσκεψη, κάθε µέλος του δικαστηρίου διατυπώ-

          νει τη γνώµη του, ακολουθεί δε ψηφοφορία των συµβούλων και

         

          10 Η ερηµοδικία, δηλαδή, η µη προσήκουσα παράσταση των διαδίκων κατά τη συζήτηση,

          βάσει γενικής αρχής που διέπει την διοικητική δικονοµία, δεν ασκεί επιρροή, εφόσον έχουν

          γίνει οι κοινοποιήσεις (ΣΕ 3406/1987) και έχει προσκοµισθεί πληρεξούσιο του δικηγόρου

          που υπογράφει το δικόγραφο, η δε συζήτηση της υπόθεσης και η έκδοση της απόφασης

          γίνεται κανονικά (∆/µα 18/1989 άρθρο 28).

          του προέδρου ή αντιπροέδρου. Πρακτικό της διάσκεψης, στο

          οποίο καταχωρούνται οι γνώµες των µελών που µειοψήφησαν,

          καθώς και οι συµβουλευτικές γνώµες των παρέδρων, συντάσ-

          σεται µόνο σε περίπτωση µειοψηφίας.

          Η απόφαση δηµοσιεύεται σε δηµόσια συνεδρίαση του

          δικαστικού σχηµατισµού που την εξέδωσε, για δε τη δηµοσίευση

          αρκεί η νόµιµη σύνθεση της Ολοµέλειας ή των Τµηµάτων,

          ανεξάρτητα από τον αριθµό των δικαστών που µετείχαν στη

          σύνθεση κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.

          Η απόφαση µπορεί να είναι είτε προδικαστική, για να

          αναβάλει την εκδίκαση ή να διατάσσει την υποβολή του φα-

          κέλλου από τη ∆ιοίκηση ή αποδείξεις (π.χ. πραγµατογνωµοσύνη

          ΣΕ 396/1995) ή τη συµπλήρωση του φακέλλου ή να πα-

          ραπέµπει την υπόθεση σε άλλο δικαστικό σχηµατισµό του ΣΕ ή

          να διατυπώνει προδικαστικό ερώτηµα στο ∆ΕΚ, είτε οριστική. Η

          οριστική απόφαση είτε καταργεί τη δίκη είτε κρίνει σχετικά µε το

          ένδικο βοήθηµα που έχει ασκηθεί.

         

          4.4. Συνέπειες των αποφάσεων.

         

          Οι οριστικές αποφάσεις του ΣΕ είναι αµετάκλητες και δεν

          υπόκεινται σε προσβολή µε ένδικο µέσο, µε τις ακόλουθες δύο

          εξαιρέσεις:

          α) σε περίπτωση τριτανακοπής:

         

          Τριτανακοπή είναι το ένδικο βοήθηµα που ασκείται στο

          ΣΕ, µε το οποίο επιδιώκεται η εξαφάνιση µιας ακυρωτικής του

          απόφασης.

         

          Η τριτανακοπή είναι η συνέπεια της ισχύος κατά παντός

          τρίτου του ακυρωτικού αποτελέσµατος της ακυρωτικής από-

          φασης και η ανάγκη της πρόβλεψής της απορρέει από το

          δικονοµικό αξίωµα, σύµφωνα µε το οποίο το δεδικασµένο ισχύει

          καταρχήν µόνον κατά των διαδίκων και των καθολικών ή οιονεί

          καθολικών διαδόχων του. Η έλλειψη δυνατότητας τριτανακοπής

          θα άφηνε εκείνον που βλάπτεται από την ακυρωτική απόφαση

          και δεν συµµετέσχε στη σχετική δίκη χωρίς ένδικο βοήθηµα,

          δηλαδή, χωρίς τη δυνατότητα δικαστικής προστασίας.

         

          Η τριτανακοπή προσβάλλει την ακυρωτική απόφαση κατά

          το διατακτικό της και έχει ως σκοπό την εξαφάνιση της

          απόφασης και την αναβίωση και τη διατήρηση σε ισχύ της πρά-

          ξης που έχει ακυρωθεί.

         

          Αρµόδιος σχηµατισµός του ΣΕ για την εκδίκαση της

          τριτανακοπής είναι εκείνος που εξέδωσε την τριτανακοπτόµενη

          απόφαση.

         

          Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η τρικανακοπή, εξαφα-

          νίζεται η τριτανακοπτόµενη ακυρωτική απόφαση και αναβιώνει

          ex tunc η πράξη που είχε εξαφανισθεί µ’ αυτήν. Συνεπώς, τα

          αποτελέσµατα της απόφασης που δέχεται την τριτανακοπή έχουν

          διαπλαστικό χαρακτήρα και εξοµοιώνονται µε τα αποτελέσµατα

          της ακυρωτικής απόφασης που εξαφανίστηκε, δηλαδή και η

          απόφαση επί της τριτανακοπής ισχύει απέναντι σε όλους (βλ.

          παρακάτω).

          β) σε περίπτωση αµφισβήτησης της συνταγµατικότητας ή

          της έννοιας διάταξης τυπικού νόµου, για την οποία εκδόθηκε

          απόφαση του ΑΕ∆, οπότε υπόκεινται σε αίτηση επαναλήψεως

          της διαδικασίας.

         

          4.4.1. Απορριπτικές αποφάσεις.

 

          Με την οριστική απόφασή του, µε την οποία αποφασίζει

          για το ένδικο βοήθηµα που είχε ασκηθεί, το ΣΕ είτε το

          απορρίπτει είτε το δέχεται.

         

          Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο βοήθηµα (απορ-

          ριπτική), καταρχήν διατάσσει και την κατάπτωση υπέρ του

          ∆ηµοσίου του παραβόλου και καταδικάζει τον ηττηµένο διάδικο

          στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του ∆ηµοσίου ή του

          δηµόσιου νοµικού προσώπου, κατά του οποίου στρεφόταν το

          ένδικο βοήθηµα που απορρίφθηκε και του τυχόν παρεµ-

          βαίνοντος. Μπορεί όµως το ΣΕ, εκτιµώντας γενικά τους όρους

          της επίδικης διένεξης, να διατάξει τον συµψηφισµό της δικα-

          στικής δαπάνης µεταξύ των διαδίκων και να αποδώσει το

          παράβολο. Αντιθέτως, το ΣΕ µπορεί να διατάξει τον διπλασιασµό

          του παραβόλου, όταν απορρίπτει ένδικο βοήθηµα προφανώς

          απαράδεκτο ή αστήρικτο.

         

          4.4.2. Ακυρωτικές αποφάσεις

          Η απόφαση που δέχεται το ένδικο βοήθηµα έχει διαφο-

          ρετικό περιεχόµενο και διαφορετικές συνέπειες, ανάλογα µε το

          είδος του ένδικου βοηθήµατος.

          Στην περίπτωση της αίτησης ακυρώσεως, η απόφαση που

          τη δέχεται (ακυρωτική) έχει διαπλαστικό αποτέλεσµα, απαγγέλ-

          λει την ολική ή µερική ακύρωση της διοικητικής, κανονιστικής

          ή ατοµικής, πράξης που είχε προσβληθεί.

          Η ακυρωτική απόφαση καταργεί (εξαφανίζει) την πράξη

          που ακυρώθηκε, ισχύει από τη δηµοσίευσή της και ανατρέχει

          στον χρόνο της έκδοσης της πράξης που ακυρώθηκε, η πράξη

          θεωρείται σαν να µην εκδόθηκε και επαναφέρεται αυτοδικαίως η

          πραγµατική και νοµική κατάσταση που υπήρχε πριν από την

          έκδοση της πράξης αυτής.

          Συνεπώς, η ακυρωτική απόφαση κατά το διατακτικό της,

          δηλαδή το ακυρωτικό αποτέλεσµά της, ισχύει απέναντι σε όλους.

          Στην περίπτωση της αίτησης αναιρέσεως, η απόφαση, η

          οποία τη δέχεται (αναιρετική), εξαφανίζει τη δικαστική απόφαση

          που είχε προσβληθεί και οι διάδικοι επανέρχονται στη δικο-

          νοµική κατάσταση, η οποία υπήρχε πριν από την έκδοση της

          δικαστικής αυτής απόφασης.

          Στην περίπτωση της υπαλληλικής προσφυγής, η

          απόφαση, που τη δέχεται, εξαφανίζει την πράξη και αναπέµπει

          την υπόθεση στο αρµόδιο όργανο.

         

          4.4.3. Κύρος αποφάσεων.

         

          Κατά τη γενική διάταξη της παραγρ. 5 του άρθρου 95 του

          Συντάγµατος, «η ∆ιοίκηση έχει υποχρέωση να συµµορφώνεται µε

          τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής

          δηµιουργεί ευθύνη για κάθε αρµόδιο όργανο, όπως νόµος ορίζει»

          Σύµφωνα δε µε την παράγραφ. 4 του άρθρου 50 του ∆/τος

          18/1989, οι διοικητικές αρχές πρέπει να συµµορφώνονται, κατά

          τις ιδιαίτερες κάθε φορά περιπτώσεις, µε θετική ενέργεια, προς

          το περιεχόµενο της ακυρωτικής απόφασης του ΣΕ ή να απέχουν

          από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς τα κριθέντα από την

          απόφαση ζητήµατα. Οποιαδήποτε πράξη της ∆ιοίκησης που δεν

          συµµορφώνεται προς την ακυρωτική απόφαση του ΣΕ ή που

          στηρίζεται στη µη συµµόρφωση είναι αντίθετη προς το

          Σύνταγµα (άρθρο 95 παρ. 5) και είναι ακυρωτέα (ΣΕ

          1028/1993). Ο παραβάτης, εκτός από την ποινική ευθύνη που

        υπέχει κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και

          προσωπική ευθύ-νη για αποζηµίωση.

          Τέλος, όπως από όλες τις αποφάσεις του ΣΕ, έτσι και από

          τις αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεων ακυρώσεως, είτε

          είναι απορριπτικές είτε ακυρωτικές, πηγάζει δεδικασµένο (∆/γµα

          18/1989, άρθρο 50 παρ. 5), το οποίο καλύπτει τόσο το ακυρω-

          τικό αποτέλεσµα (στην περίπτωση των ακυρωτικών αποφάσεων)

          που διατυπώνεται στο διατακτικό, όσο και τα «διοικητικής φύ-

          σεως» ζητήµατα που κρίθηκαν µε σκέψεις, οι οποίες διατυπώ-

          νονται στην αιτιολογία της απόφασης.

         

          4.4.4. ∆ιόρθωση και ερµηνεία των αποφάσεων.

          Περίπτωση διόρθωσης των αποφάσεων του ΣΕ συντρέχει ,

          εάν στο κείµενο της απόφασης παρεισέφρησαν από παραδροµή

          λάθη γραφικά ή αριθµητικά ή το διατακτικό της έχει διατυπωθεί

          κατά τρόπο ελλειπή ή ανακριβή. Ερµηνεία των αποφάσεων

          χωρεί όταν το αιτιολογικό τους είναι ασαφές ή γεννάει

          αµφιβολίες. Τη διόρθωση ή την ερµηνεία µπορούν να ζητήσουν

          οι διάδικοι µε ειδική αίτησή τους. Στη διόρθωση µπορεί να

          προβεί το ΣΕ και αυτεπαγγέλτως. Εάν ο Πρόεδρος του ΣΕ κρίνει

          ότι η διόρθωση ή η ερµηνεία είναι αναγκαία, ορίζει δικάσιµο για

          συζήτηση στον σχηµατισµό του ΣΕ που έχει εκδώσει την

          απόφαση η οποία χρειάζεται τη διόρθωση ή ερµηνεία. Η

          απόφαση για την ερµηνεία ή τη διόρθωση σηµειώνεται στο

          πρωτότυπο της απόφασης που ερµηνεύεται ή διορθώνεται. Με

          την απόφαση για ερµηνεία δεν επιτρέπεται να προστεθούν νέες

          διατάξεις στην απόφαση, να αλλοιωθεί η έννοιά της ούτε να

          διευρυνθούν ή αναπτυχθούν σκέψεις του δικαστηρίου (ΣΕ

          1388/1994, 3/1995) και δεν µπορεί να µεταβληθεί το δια-

          τακτικό της ερµηνευόµενης απόφασης.

         

         

          ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

         

         

          Με την πάροδο των χρόνων διαπιστώθηκε ότι η

          νοµοθεσία που συντασσόταν από τη ∆ιοίκηση και ψηφιζόταν

          στην Βουλή δεν αντικατόπτριζε την «δικαιοσύνη» και την

          «νοµιµότητα» όπως θα έπρεπε, µε αποτέλεσµα να καταστεί

          αναγκαία η ίδρυση ενός σώµατος-θεσµού ο οποίος θα ήλεγχε

          την ορθότητα και ακριβοδίκαιη εφαρµογή της νοµοθεσίας.

          Το ΣΕ αποδείχθηκε ένα πολύ καλά δοµηµένο όργανο µε

          σαφείς δικαιοδοσίες το οποίο όντως αποτέλεσε την πολυπόθητη

          λύση της δυσλειτουργίας της νοµοθεσίας που εξέδιδε η ∆ηµόσια

          διοίκηση.

          Με τον ακριβή καθορισµό των δικαιοδοσιών και τη

          δύναµη που αντλεί από το Σύνταγµα λειτουργεί καθοριστικά για

          την εξυγίανση της νοµοθεσίας και την απονοµή της δικαιο-

          σύνης, µε αποφάσεις οι οποίες δεν εφεσιβάλλονται και δεν

          αµφισβητούνται από κανένα εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων.

          Μπορούµε να πούµε ότι το ΣΕ είναι καταφύγιο απονοµής

          της δικαιοσύνης για εκείνους οι οποίοι θίγονται στα δικαιώµατά

          τους από λανθασµένες εκδιδόµενες αποφάσεις της ∆ιοίκησης.

          Με την ύπαρξη του οργάνου αυτού ο πολίτης αισθάνεται

          κατοχυρωµένος και σίγουρος ότι σε κάθε περίπτωση θα βρει το

          δίκιο του.

         

          ΠΕΡΙΛΗΨΗ

         

         

          Το ΣΕ ιδρύθηκε για πρώτη φορά το 1835 µε σκοπό να

          ρυθµίζει και να ελέγχει την νοµιµότητα των πράξεων της

          δηµόσιας διοίκησης. Τα µέλη του προεδρείου, ο πρόεδρος, οι

          αντιπρόεδροι, οι σύµβουλοι, οι πάρεδροι και οι εισηγητές είναι

          δικαστικοί λειτουργοί, είναι ισόβιοι και έχουν την ιδιότητα του

          τακτικού δικαστή. Αρµοδιότητες του ΣΕ είναι η επίλυση θεµάτων

          µεγάλης σπουδαιότητας, η επίλυση διαφωνιών και η επίλυση

          θεµάτων γενικότερης σηµασίας. Οι αρµοδιότητές του διακρί-

          νονται σε δικαστικές και διοικητικές. Οι αποφάσεις του ΣΕ

          λαµβάνονται µε ψηφοφορία και καταµέτρηση των απόψεων των

          δικαστών που συµµετέχουν στις δίκες και είναι είτε προδικα-

          στικές είτε οριστικές και αµετάκλητες και δεν υπόκεινται σε

          προβολή µε ένδικο µέσο εκτός της περίπτωσης της τριτανακοπής

          και της αµφισβήτησης της αντισυνταγµατικότητας. Οι αποφά-

          σεις, τέλος, του ΣΕ υποχρεώνουν τις ∆ιοικήσεις να συµµορ-

          φώνονται µε αυτές.

         

 

           ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

           

          ΑΕ∆ = Ανώτατο Ειδικό ∆ικαστήριο

          ∆/µα = ∆ιάταγµα (∆/τος)

          ΕΑ = Επιτροπή Αναστολών

          Κ∆∆./µίας = Κώδικας ∆ιοικητικής ∆ικονοµίας

          Ν. = Νόµος

          Ν∆. = Νοµοθετικό διάταγµα

          ΝΠ∆∆ = Νοµικό Πρόσωπο ∆ηµοσίου ∆ικαίου

          ΟΤΑ = Οργανισµός Τοπικής Αυτοδιοίκησης

          Παραγρ. = Παράγραφος

          Π∆. = Προεδρικό ∆ιάταγµα

          ΣΕ ή ΣτΕ = Συµβούλιο της Επικρατείας

          Συντ. = Σύνταγµα       

Διαδώστε τον Σύνδεσμο!

Leave a Comment