Θεοδωρίδης Γιάννης: Ψυχίατρος – Ψυχαναλυτής

    Ακούμε συχνά πως στην χώρα μας έχουμε «χούντα», «πόλεμο», «κατοχή», και άλλα παρόμοια. Ο κατακτητής είναι κατά τα λεγόμενα «ξένος» και μαζί του συνεργάζονται οι ντόπιοι εκπρόσωποί του. Εναντίον τους μάχονται κάποιες πολιτικές δυνάμεις του τόπου. Κανείς θα περίμενε σε τέτοια εμπόλεμη συνθήκη ένα τουλάχιστον «πολυτεχνείο» την ημέρα και μαζική συμμετοχή του «κατακτημένου λαού».

Το παραπάνω σενάριο όμως δεν βρίσκει ουσιαστικούς και διαρκείς υποστηρικτές παρότι στην χώρα μας έχουν συμβεί πράγματι καταστροφές. Μοιάζει περισσότερο με υστερική υπερβολή και όπως συμβαίνει πάντα με την υστερία, υπόσχεται πολλά σεξουαλικά και δίνει ελάχιστα.
Αντιδράσεις υπήρξαν, αλλά δεν ήταν μαζικές, όπως θα ταίριαζε σε μια «κατοχή», το αντίθετο μάλιστα. Η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου απείχε επιδεικτικά με ηχηρή σιωπή. Άλλες φορές οι αντιδράσεις έπαιρναν τη διάσταση κάποιας γραφικότητας με την μορφή αγανακτισμένων που τους έλλειπε όμως η αγανάκτηση. Επιμέρους αντιδράσεις με αφορμή περιορισμό κρατικών οργανισμών δεν γίνονταν έναυσμα δυναμικής αγωνιστικότητας, αντίθετα αποδείκνυαν ακόμα περισσότερο την απροθυμία των μεγάλων μαζών να συμμετέχουν. Ακόμα και πολύ καταστροφικές ενέργειες, ήταν περιστασιακές και δεν σχετίζονταν με τον λαό που πραγματικά υποφέρει.
Αυτή ακριβώς είναι μια αλήθεια που πρέπει εμφατικά να τονίσουμε, υπό το πρίσμα της οποίας μάλιστα η αδράνεια των πολιτών αξίζει περισσότερο να ερμηνευτεί.
Ένα σημαντικό μέρος του λαού υποφέρει από τις οικονομικές συνθήκες που έχουν προκύψει.  Όπως γίνεται πάντα σε ανώμαλες περιόδους αυτοί που πληρώνουν το κόστος, είναι οι πιο αδύναμοι και συχνά αν και όχι πάντα, οι πιο αθώοι. Ούτε αυτοί όμως οι πραγματικά αδικημένοι συγκροτούν ένα μαζικό εκστρατευτικό σώμα που πολεμά τον «κατακτητή».
Μετά από τέσσερα χρόνια «κατοχής» είναι σαν μια σιωπηρή αλλά πανίσχυρη δύναμη του ασυνειδήτου να συνέχει τις μάζες σε μια στάση άλλοτε αμηχανίας και άλλοτε περισυλλογής.
Στις συνθήκες της λεγόμενης κρίσης, διάφορες παρατάξεις θεώρησαν ότι έχουν εύφορο έδαφος για μαζικά επαναστατικά προσκλητήρια που όμως δεν υπήρξαν. Όλοι αυτοί οι σχηματισμοί βασίστηκαν από ψυχολογική άποψη στην επιφανειακή εκμετάλλευση του θυμικού των ανθρώπων που υποφέρουν. Η ανάλυσή τους εξαντλήθηκε στην φλούδα της υπόθεσης, πως το οδυνηρό συναίσθημα της ξαφνικής απώλειας, δικαιώνει από μόνο του τον άνθρωπο.
Η αλήθεια είναι πάντα πιο σύνθετη. Όχι σπάνια, κάποιος μπορεί να κλαίει διότι το απολαμβάνει, ενώ άλλοτε το κλάμα είναι έκφραση μιας εσωτερικής δικαιοσύνης.
Ακόμα όμως και αν ήμασταν ρηχοί στην ανάλυσή μας και μέναμε στις φλούδες των συναισθημάτων, δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο με απλή παρατηρητικότητα, να δούμε πως αυτό που χαρακτηρίζει τη συνολική στάση του κόσμου, δεν είναι η αληθινή κατάθλιψη που τόσο συχνά ακούμε, αλλά κυρίως η μεμψιμοιρία.
Για να θρηνήσει κανείς, δεν αρκεί να νοιώσει ότι έχασε κάτι, αλλά ότι το έχασε άδικα. Ταυτόχρονα ο ίδιος θα πρέπει να νοιώθει πως δεν έχει καμία απολύτως υπαιτιότητα για την απώλεια. Οι επαναστάσεις γίνονται και πετυχαίνουν μόνον υπό αυτές τις προϋποθέσεις. Όταν μεγάλες μάζες ανθρώπων νοιώθουν μέσα τους να τους πνίγει το δίκιο.
Όταν στο ασυνείδητο αντίθετα υπάρχει έστω και σιωπηρά απωθημένη η αβάσταχτη αίσθηση της ενοχής, είτε λόγω φυσικής εμπλοκής οποιουδήποτε επιπέδου, είτε λόγω παθητικής αποδοχής και ανοχής στο έγκλημα που διαπράχθηκε, όχι μόνο δεν μπορεί να γίνει επανάσταση, αλλά δεν μπορεί καν να υπάρξει αληθινή θλίψη για την όποια απώλεια. Για αυτό κλαιγόμαστε και δεν κλαίμε ακόμα. Το ασυνείδητο δεν έχει παραμορφωτικούς καθρέφτες για τον εαυτό του. Όταν νοιώθει το ίδιο ένοχο, αδυνατεί να επαναστατήσει εναντίον ενός εχθρού που σκόπιμα του υποδεικνύουν οι επιτήδειοι, αλλά το ίδιο δεν αναγνωρίζει.
Η περιφρόνηση των ασυνείδητων συναισθημάτων και η επιφανειακή εκμετάλλευση του θυμικού από οποιονδήποτε, αποτελεί εκρηκτικό μίγμα υπό τις παρούσες πολύ δύσκολες συνθήκες. Απαιτείται ιδιαίτερη σύνεση από τον πολιτικό κόσμο χωρίς υστερικές υπερβολές και υποσχέσεις ώστε η εκτόνωση να είναι κατά το δυνατόν ομαλή. 
Διότι όλοι ξέρουμε βαθειά μέσα μας ότι συμμετείχαμε με διαφόρους τρόπους, σε αυτό που έγινε στον τόπο μας. Διαπράξαμε το διπλό έγκλημα του Οιδίποδα. Δολοφονήσαμε τον Λάιο καταστρέφοντας τους θεσμούς και ενωθήκαμε αιμομικτικά με την Ιοκάστη-εξουσία σε έναν γενικευμένο εκμαυλισμό. Η αφόρητη ενοχή παραμένει ασυνείδητη αλλά καθοριστική. Στην αρχή μας καθηλώνει στη θέση μας σαν να μην μπορούμε να πιστέψουμε το έγκλημα που διαπράξαμε. Αν τη χειριστούμε όμως ομαλά μπορεί να μας οδηγήσει στην έξοδο από την αρρώστια της παθητικότητας και να μας βάλει στο δρόμο της δημιουργικότητας.
Αυτή θα είναι η πραγματική μεγάλη επανάσταση σε αυτόν τον τόπο. 

 

Leave a Comment