Άρθρο του Μέλους του Συνδέσμου μας Ν.Κοκκάρη

Πληθαίνουν τις τελευταίες ημέρες τα δημοσιεύματα αλλά και οι δηλώσεις πολιτικών και μη προσώπων που θέτουν θέμα ενδεχόμενης επιστροφής στην δραχμή, είτε λόγω μη εκπλήρωσης όλων των υποχρεώσεων που έχουμε αναλάβει ως χώρα έναντι των δανειστών μας, είτε ως «αναγκαστική» πολιτική, προκειμένου να εξέλθει η Ελληνική οικονομία από την ύφεση. Τα επιχειρήματα της δεύτερης («αναγκαστικής») επιλογής αφορούν, κυρίως, στην δυνατότητα που θα έχει η Ελλάδα να ασκήσει έναν συνδυασμό αντικυκλικής δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής με την κυκλοφορία δικού της νομίσματος, καθώς επίσης και στην δυνατότητα υποτίμησης του νέου νομίσματος, ώστε να εξέλθει η οικονομία από την ύφεση μέσα από την αύξηση των δαπανών και της προσφοράς χρήματος, καθώς και της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, κυρίως μέσω της υποτίμησης. Επιπρόσθετα, σημειώνεται από τους εκφραστές της παραπάνω άποψης ότι, ο πληθωρισμός που η υποτίμηση του νομίσματος θα δημιουργήσει θα είναι ελέγξιμος και όχι ιδιαίτερα υψηλός, ενώ δεν θα παρατηρηθούν ελλείψεις αγαθών και δεν θα δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα δυσλειτουργίας στην λειτουργία της κρατικής μηχανής, στην υγεία, στην εκπαίδευση, στην αστυνόμευση και στην άμυνα, καθώς και στην επάρκεια της χώρας με πετρέλαιο και λοιπά είδη πρώτης ανάγκης.Για να ενισχύσουν δε την «βεβαιότητά» τους σχετικά με, την απουσία καταστρεπτικών, για την οικονομία και την πλειονότητα των ελλήνων, συνεπειών, από την υιοθέτηση της δραχμής, παραπέμπουν στην ομαλή λειτουργία της οικονομίας έως το 2001 που η χώρα είχε το δικό της νόμισμα. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, οι θιασώτες της άποψης επιστροφής στην (νέα) δραχμή προβαίνουν στην εκτίμηση της «αναγκαιότητας» και της χρηστικότητας του νέου νομίσματος ως «λύση» όλων των δεινών της οικονομίας μας, μέσα όμως από παραδοχές και εξιδανίκευση καταστάσεων που προσομοιάζουν με πειράματα σε ιδανικές συνθήκες εργαστηρίου. Επισημαίνεται ότι :

 

 

α. Για να είναι επιτυχής η «λύση» της δραχμής θεωρούν και οι υποστηρικτές της δεδομένη την πραγματοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών στην οικονομία και ειδικότερα σε τομείς που αφορούν, στον τρόπο οργάνωσης, στελέχωσης και λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, στις εργασιακές σχέσεις, στο μοντέλο ανάπτυξης, στην καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, στην εξωστρέφεια και στην υγιή επιχειρηματικότητα, στα κλειστά επαγγέλματα, στην πολυνομία, κτλ . Όμως εδώ και περίπου 2 χρόνια που η ελληνική οικονομία βρίσκεται στο καθοδικό σπιράλ της ύφεσης και της συνέχισης δημιουργίας ελλειμμάτων και η πίεση στην πολιτική τάξη για την άμεση λήψη διαρθρωτικών μέτρων είναι έντονη, τόσο από την πλευρά των δανειστών, όσο και από τις υγιείς παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, οι μόνες «διαρθρωτικές» αλλαγές που ευδοκίμησαν είναι οι οριζόντιες περικοπές των μισθών και των συντάξεων.

β. Η αποδοχή του ευρώ από ΟΛΕΣ τις χώρες της ευρωζώνης έγινε σε ανέκκλητη (irrevocable) βάση και δεν έχει προβλεφθεί σε καμία από τις συνθήκες προσχώρησης στο κοινό νόμισμα, δυνατότητα εξόδου. Σύμφωνα με τον Τσάρλς Πρόκτορ [1] νομικά θα ήταν ίσως δυνατή η οικειοθελής αποχώρηση μιας χώρας από την ευρωζώνη, εφόσον αυτό προέκυπτε μέσα από επαναδιαπραγμάτευση της συνθήκης και εκ νέου συμφωνίας και επικύρωσης της από τις λοιπές χώρες-μέλη, διαδικασία που θεωρείται ιδιαιτέρως χρονοβόρα και δύσκολη να επιτευχθεί σε μια ολοένα και επιβαρυνόμενη οικονομική συγκυρία. Στην περίπτωση δε, της μονομερούς απόφασης αποχώρησης αυτό θα αποτελούσε παραβίαση της συνθήκης και θα οδηγούσε σε μια σχεδόν επαναστατική κατάσταση. Επιπρόσθετος νομικός προβληματισμός κατά τον κ.Πρόκτορ δημιουργείται επίσης από τον καθορισμό των υποχρεώσεων της χώρας, που θα εξέλθει, σε τοπικές και διεθνείς και την μετατροπή τους ή όχι στο νέο νόμισμα. Επίσης, σύμφωνα με την μελέτη του IESEG School of Management, του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λίλλης[2] η περίπτωση μονομερούς απόφασης εξόδου από την ευρωζώνη θα ήταν νομικά εξαιρετικά επικίνδυνη για την ενδιαφερόμενη χώρα, καθώς προεξοφλείται ότι (η χώρα) θα βρισκόταν εκτεθειμένη σε μια σειρά εναντίον της προσφυγών στα δικαστήρια, από πλευράς χωρών ή φορέων που θα ζημιωθούν από την μετατροπή του χρέους της που βρίσκεται σε ευρώ, στο νέο (υποτιμημένο) νόμισμα.

γ. Τόσο οι υποστηρικτές της εξόδου από την ευρωζώνη, όσο και οι μελέτες που έχουν διενεργηθεί με πιο πρόσφατες αυτές της UBS και της Nomura θεωρούν δεδομένο ότι στην περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, θα υπάρξει υποτίμηση του νέου νομίσματος, που υπολογίζεται από την UBS σε τουλάχιστον 50% και από την Nomura σε 60%. Όμως από το περίπου 350 δις ευρώ συνολικό δημόσιο χρέος, 155 δις ευρώ δεν μπορούν να «κουρευτούν», διότι αφορούν χρέος από τις πιστώτριες χώρες-μέλη της ευρωζώνης, το ΔΝΤ, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς και από έντοκα ομόλογα[3]. Επίσης, το ιδιωτικό χρέος (φυσικών-νομικών προσώπων και επιχειρήσεων) που έχει αντληθεί από τις διεθνείς χρηματαγορές θα συνεχίσει να αποπληρώνεται στο νόμισμα που είχε συναφθεί η δανειακή σύμβαση. Επομένως η εξυπηρέτηση, τόσο του δημόσιου, όσο και του ιδιωτικού χρέους, που θα πρέπει να αποπληρώνεται σε συνάλλαγμα, θα απαιτήσει τεράστια ποσά δεδομένης της πολύ μεγάλης υποτίμησης της (νέας) δραχμής, αλλά και των μεγάλων συναλλαγματικών διακυμάνσεων της, λόγω της πιθανής υποτιμητικής κερδοσκοπίας.

δ. Η ευρωπαϊκή κρίση χρέους και η συνεχής εξασθένιση της αμερικανικής οικονομίας έχουν οδηγήσει τις κυβερνήσεις παγκοσμίως να αναζητούν τρόπους ενίσχυσης των εξαγωγών. Επίσης, η επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης και η παρατηρούμενη στασιμότητα των αγορών, αναπόφευκτα επιτείνουν τις εμπορικές συγκρούσεις μεταξύ των χωρών. Πολλοί αναλυτές επισημαίνουν ότι από το 2010 βρίσκεται σε εξέλιξη ένας «σιωπηλός» νομισματικός «πόλεμος», όπου οι χώρες προσπαθούν μέσω της χειραγώγησης του νομίσματος να επιτύχουν ανταγωνιστικό εξαγωγικό πλεονέκτημα. Ενδεχόμενη έξοδος από το ευρώ θα καθιστούσε την χώρα μας περισσότερη ευάλωτη στον εντεινόμενο νομισματικό ανταγωνισμό περιορίζοντας σημαντικά τα όποια οφέλη στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας από την άσκηση αυτόνομης νομισματικής πολιτικής.

ε. Τα δημόσια ελλείμματα που εξακολουθούμε να παράγουμε δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν από εγχώριους αποταμιευτικούς πόρους, δεδομένου ότι η αποταμίευση είναι ιδιαίτερα χαμηλή (σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, το 2008 ήταν λίγο πάνω από το 7% του ΑΕΠ και το 2009 γύρω στο 5%). Το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας είναι ελλειμματικό με την διαφορά των εισαγωγών και εξαγωγών να κυμαίνεται στην περίοδο 2001-2010 μεσοσταθμικά περίπου στο 10% του ΑΕΠ. Για τα έτη 2007,2008,2009 και 2010 η συνολική διαφορά εισαγωγών και εξαγωγών ανήλθε (στρογγυλοποιημένα) σε 38, 43, 33 και 31 δις ευρώ, αντίστοιχα (Πηγή: Ελληνική Στατιστική Αρχή 2011). Τα ποσά αυτά καλύπτονταν με εξωτερικό δανεισμό και με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα που προέρχονταν κυρίως από την ναυτιλία, τον τουρισμό και τις εξαγωγές. Σε περίπτωση εξόδου από το ευρώ, οι διεθνείς χρηματαγορές θα είναι κλειστές για πολλά χρόνια, κανείς στο εξωτερικό δεν θα δέχεται να χρηματοδοτηθεί σε υποτιμημένες δραχμές, ενώ και εξαιτίας της εποχικής διάρθρωσης του συναλλάγματος που προέρχεται κυρίως τους θερινούς μήνες, δεν θα είναι δυνατή η σταθερή κάλυψη των συναλλαγματικών απαιτήσεων του παραγωγικού εγχώριου τομέα, με αποτέλεσμα την αδυναμία εισαγωγής διατροφικών αγαθών και πρώτων υλών επιδεινώνοντας το βιοτικό επίπεδο και συμβάλλοντας στην περαιτέρω αποδιοργάνωση της παραγωγής.

στ. Σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Άγγελο Κότιο[4], «Η Ελλάδα με ελεύθερη κυμαινόμενη την δραχμή θα βίωνε μια σημαντική υποτίμηση για την ενίσχυση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών, ενώ παράλληλα θα μπορούσε να ασκήσει μια επεκτατική νομισματική πολιτική για την τόνωση της εσωτερικής ζήτησης και των επενδύσεων. Η υποτίμηση δεν επιδρά όμως πάντοτε θετικά στις εξαγωγές, είτε λόγω των χαμηλών ελαστικοτήτων της εξαγωγικής ζήτησης, είτε λόγω αύξησης του κόστους εξ’αιτίας υψηλότερων τιμών των εισαγόμενων α’ υλών και ενδιάμεσων προϊόντων, καθώς και λόγω προσαρμογής των μισθών στον πληθωρισμό».

ζ. Σύμφωνα με τον Domingo Cavallo[5] , που ήταν ο υπουργός οικονομικών της Αργεντινής το 2001, «οι εξαγωγές της Αργεντινής δεν αυξήθηκαν μετά την υποτίμηση, αντιθέτως μειώθηκαν, ενώ οδήγησε (η υποτίμηση) σε ραγδαία αύξηση τον πληθωρισμό, στο 42% το 2002. Η αύξηση των εξαγωγών από το 2003 και μετά, μάλιστα, δεν προήλθε από την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας, αλλά από την εντυπωσιακή αύξηση των τιμών των εξαγόμενων προϊόντων, τα οποία παράγονταν στην Αργεντινή. Επίσης, η αύξηση του ΑΕΠ, μετά το 2006 λόγω της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί χρόνιο πρόβλημα πληθωρισμού με ρυθμούς της τάξης του 25% το χρόνο». Επιπρόσθετα, σε άρθρο του στις 15 Ιουλίου 2011[6] ανέφερε ότι η άτακτη χρεοκοπία επέφερε, μεγάλη υποτίμηση του πέσο (από 1 προς 1 πριν την κρίση με το δολάριο ΗΠΑ υποτιμήθηκε σε 4 προς 1 δολ. ΗΠΑ) με αποτέλεσμα την μείωση, σε πραγματικούς όρους, όλων των μισθών και των συντάξεων στο 1/3 αυτών που ήταν πριν την κρίση, την πτώση στο ΑΕΠ κατά 5% σε ένα μόνο εξάμηνο και την εκτόξευση της ανεργίας στο 24% από το 18% στο τέλος του 2001. Απέδωσε δε, την ανάπτυξη της οικονομίας της Αργεντινής στην διολίσθηση του αμερικανικού δολαρίου και στην εντυπωσιακή άνοδο των διεθνών τιμών των εμπορευμάτων (η τιμή της σόγιας από 120$/τόνο το 2001 ανήλθε σε περισσότερα από 500$ στο τέλος του 2010), ενώ χαρακτήρισε απολύτως λανθασμένο και παραπλανητικό να συσχετίζεται η ανάπτυξη της οικονομίας της Αργεντινής την τελευταία 8ετία με την επιστροφή στο πέσο και στην υποτίμησή του το 2002.

η. Η Ελλάδα έχει ιστορικό πολλών και συνεχόμενων υποτιμήσεων του νομίσματός της που όμως δεν συνεισέφεραν ούτε στην μακροχρόνια οικονομική της ανάπτυξη και στην βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της, ούτε και στον εκσυγχρονισμό της οικονομίας της. Σύμφωνα με την μελέτη της εταιρείας συμβούλων Mckinsey[7] η μειωμένη ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας οφείλεται (1) στον τρόπο οργάνωσης της οικονομίας που δεν ευνοεί τις επενδύσεις και την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, (2) στο υπερβολικά μεγάλο μέγεθος του δημόσιου τομέα και στην μη αποτελεσματική λειτουργία του, (3) στις στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας που την καθιστούν ανελαστική και εμποδίζουν την κινητικότητα των εργαζομένων και την ανάπτυξη νέων μορφών εργασίας, (4) στην πολυνομία, στην αργή απονομή της δικαιοσύνης και στην αντιφατικότητα των αποφάσεων, συμβάλλοντας στην δημιουργία ενός όχι φιλικού επενδυτικού περιβάλλοντος, (5) στην ιδιαιτέρως αυξημένη παραοικονομία και στο μεγάλο ύψος της φοροδιαφυγής που αυτή δημιουργεί (μόνο για το 2010 υπολογίζεται ότι αντιστοιχούσε στο 7-9% του ΑΕΠ και στο 60-80% του ετήσιου δημοσιονομικού ελλείμματος). Η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη και κατά την άποψή μου η αναγκαστική έξοδός της και από την ευρωπαϊκή ένωση θα είναι καταστροφικών διαστάσεων επιλογή με διαλυτικές επιπτώσεις, τόσο στο οικονομικό πεδίο και στην δυνατότητα της χώρας να λειτουργήσει σε ένα ολοένα και περισσότερο παγκοσμιοποιημένο οικονομικά περιβάλλον, όσο και στην κοινωνική και πολιτική σταθερότητα και συνοχή της. Η μόνη αξιόπιστη αλλά και με πολλές θυσίες επιλογή είναι να προχωρήσουμε στην αναδιοργάνωση και στον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και του κράτους, μέσω των αναγκαίων και επιβεβλημένων μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς, παραμένοντας στον μεγάλο οικονομικό σχηματισμό της ευρωζώνης, ώστε να αξιοποιήσουμε το μέγεθος αλλά και τις ευκαιρίες που προσφέρει. Κλείνω το σημείωμά μου με την παράφραση αυτών που πρόσφατα δήλωσε ο Barry Eichengreen[8] στο Reuters ότι, θα υπάρξουν για μερικά χρόνια μη επιθυμητές παρενέργειες από την απόφαση παραμονής μας στο ευρώ και από την προσπάθεια αναμόρφωσης της οικονομίας μας, αλλά και η χημειοθεραπεία έχει δυστυχώς ανεπιθύμητες ενέργειες, επίσης. Εάν όμως η εναλλακτική λύση (δραχμή) είναι να πεθάνει ο ασθενής, τότε είναι προτιμότερο να υπομένουμε τις παρενέργειες.


———————

[1] Συνεργάτη της νομικής φίρμας Bird & Bird του Λονδίνου στην δημοσιευθείσα στον ιστότοπο http://www.risk.net/credit συνέντευξή του στις 4 Φεβ 2011

[2] Άρθρο Εφημερίδος Καθημερινή της 18 Δεκεμβρίου 2011 με τίτλο «Γιατί είναι δύσκολο να εγκαταλείψει μια χώρα την Ευρωζώνη»

[3] Άρθρο Κώστα Καρκαγιάννη, εφημερίδα Καθημερινή 20 Νοεμβρίου 2011, με τίτλο «Η ακτινογραφία της κρίσης χρέους στην Ελλάδα και στην Ευρωζώνη»

[4] Καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιά, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, «Σειρά Ερευνητικών Εργασιών, 17(1): 1-20»

[5] Πρώην Υπουργός Οικονομικών της Αργεντινής, άρθρο του στην εφημερίδα Καθημερινή 9-10-2011

[6] Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα http://www.voxeu.org με τίτλο «Looking at Greece in the Argentinean Mirror »

[7] Mckinsey & Company, Athens Office, Greece 10 Years Ahead : Defining Greece’s new growth model and strategy – Executive Summary

[8] Barry Eichengreen, economist at the University of Califronia at Berkeley, Reuters 28/11/2011, published in www.abc-cbnnews.com

Leave a Comment